ΝΕΒΗ ΑΣΤΡΑΙΟΥ




Η Νέβη Αστραίου γεννήθηκε στη Λευκωσία και σπούδασε Κοινωνιολογία στη Γαλλία.
Τον Οκτώβριο του 1986 εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Απόπειρα» και το 2010  τη δεύτερη ποιητική της συλλογή «Πρόκληση»
Έχει ασχοληθεί επίσης με τη μουσική και κυκλοφόρησε το δίσκο «Ήχος Ονείρων», σε στίχους και μουσική δική της και τα τραγούδια ερμηνεύει η Μαριέττα Μιτσίδου.
Την περίοδο 2000-2005 έγραψα τρία θεατρικά έργα.











Πρόκληση   (2010)



ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ


Η αγάπη χωρίς όρια ξεπερνά την φαντασία.
Οι ματιές αγγίζοντας οι ματιές μιλάνε
το ξεγύμνωμα της σκέψης κάνει την υπέρβαση
ή αυλαία ανοίγει σε λατρεία κάθαρσης ψυχής.




ΠΑΘΟΣ


Όταν είσαι κοντά μου παγώνω το χρόνο
κάνω τη νύχτα μέρα για να μη νιώσεις τη διάρκεια
Σε θέλω μέσα μου να απαγγέλλεις
κάτω από το παράνομο βουβό φεγγάρι
να ξεσκίζεις τα εσώψυχα κομμάτια μου
και να ηδονίζομαι με αύτη μου την κατάντια.



ΤΟΣΗ ΔΙΨΑ


Χάθηκε ή ζωή μου κοιτώντας το χρόνο να τρέχει
χωρίς να προλάβει να αφήσει
ένα σημάδι από το γρήγορο βήμα του
έστω μια κούρβα στην ευθυγραμμισμένη μου ζωή
ένα εκούσιο χαστούκι που να ματώνει το κορμί
μια οξύμωρη διάθεση της τόσης δίψας του ποιητή. 



ΑΝΤΙΤΥΠΑ


Ψάχνω να βρω το θεϊκό στοιχείο μέσα σου
για να μπορέσω να θαυμάσω τη μορφή σου
σε ένα κόσμο με πληθώρα από αντίτυπα
ίδιες μορφές που αναπαράγονται
και συμβαδίζουν με τα συγγενικά του χρόνου
ψάχνω να βρω το ένα το μοναδικό
αυτό που θα γεμίσει λάμψη την ψυχή μου
με όλο το φως που θα εκπέμπει στο κάθε βήμα του
αυτό το ένα που δεν κοπιάρεται στη θύελλα του χρόνου. 



ΕΥΘΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ


Μ' εξουσιάζεις όταν γυμνή με υποχρεώνεις
να απαγγέλλω όσα δεν τόλμησα να ζήσω.
Σ' εξουσιάζω όταν σε θέλω μέσα μου να μένεις
μέχρι τα μάτια να θολώσουν από την έκσταση.
Δυο ρόλοι που αναζητούν οργιαστικά σημεία
στην τόση αυτή μονοτονία του χρόνου
που βάλθηκε να αποδυναμώσει την ψυχή
για ένα καυτό πάθος σε ευθεία κόκκινη γραμμή. 



ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ


Όταν με αγγίζεις λιώνουν τα κύτταρα
δονούνται ασταμάτητα οι αισθήσεις
σφραγίζεται το στόμα από φόβο
μη ξεπηδήσουνε οι λέξεις
πού δεν περίμενα ποτέ να νιώσω,, να σκεφτώ
αν είναι έρωτας αυτό ή θαυμασμός
ποτέ δε θα μπορέσω στα μάτια να σου πω.



ΟΝΕΙΡΑ


Γι' αυτά τα όνειρα σε περιμένω κάθε βράδυ
να μου ξεσκίσεις το κορμί
και να χαϊδέψεις της ψυχής απόκρυφες επιθυμίες.
Γι' αυτά τα απρόβλεπτα σε αναπολώ το κάθε βράδυ
μέσα στα μάτια σου να ελαφρύνει της μοναξιάς ο πόνος
και στα δικά σου χέρια να ζωγραφίσω την απόγνωση.



ΞΕΦΤΙΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ


Έτσι κατάλαβα πώς δεν αρκούν αυτά που λέμε
είναι και αυτά που κρύβουμε στις τσέπες μας
αυτά που κάνουν κύκλους στη ζωή μας
τα παγωμένα λογία, τα μασημένα μυστικά
που μαράθηκαν στην πίεση του χρόνου
αφήνοντας ξεφτισμένες αναμνήσεις και εικόνες
που δεν κράτησαν στο πέρασμα του χρόνου



ΕΔΩ ΝΑ ΜΕΙΝΩ


Θέλησα να εγκαταλείψω πολύβουες πόλεις
και μηχανές του κόσμου που μου σφυρίζουνε στα σωθικά
για να βρεθώ μακριά από ανθρώπινα συναπαντήματα.
Μου είπες να μην κρατώ σφιχτά στη σκέψη μου
το κούφιο όνειρο φυγής εδώ να μείνω
να ψάξω μέσα μου να βρω έμενα.



ΑΝΟΜΗ ΓΕΥΣΗ


Μου χάρισες την άνοιξη σ' ένα φτηνό κρεβάτι
σε πανδοχείο ερημικό που αφήνει ζεστό ρίγος
σε όσους τολμούνε να γευτούν της ηδονής τη χάρη.
Μου χάραξες το απρόβλεπτο στις άκρες του κορμιού μου
ζωγράφισες στ' απόκρυφα κομμάτια του εαυτού μου
κι είπες μ' εσένα αγάπη μου το άνομο γοητεύει



ΣΤΙΓΜΕΣ


Πολλές στιγμές γίνονται χρόνος γδύνω τα μάτια σου
καυτές αναμνήσεις που αγγίζω βγάζουνε φτερά
λέξεις κολλάνε στο λαιμό τρέμουν τα χάδια σου
πες μου αλήθεια αν χάθηκαν κομμάτια απ' τη χαρά.

Κάθε φορά οι σκιές γίνονται ήλιος με ανεβάζουν
σε ένα λευκό ταξίδι που εσύ ξέρεις που με πάνε
είμαι άλλου νέφος και σύννεφα δεν με τρομάζουν
το φως που βλέπω από ψηλά στιγμές για μένα θα είναι.




ΑΠΟΠΕΙΡΑ  (1986)



1

Κτίζω ανεπιφύλακτα τον τάφο μου
αυτόν που θα στεγάσουν το κορμί μου
οι αμέτρητοι φονιάδες του.
Κι εκεί που θα ξαπλώνω
θα μπορώ να ξεχωρίζω
αν ο θρήνος ο γοερός
είναι από λύπη, από χαρά ή από συνήθεια.
Κτίζω ανεπιφύλακτα την ήττα μου
μέσα σε σκοτεινά μπουντρούμια κι υπονόμους
όπου κανείς δεν θα μπορεί
να υποπτευθεί την άρνηση.
Και γύρω από τον τάφο μου
θα ‘χω στημένο σκηνικό
την τρέλα του ασυμβίβαστου
αυτά που μ' ώθησαν να φύγω απ' τη μιζέρια σας 



2

Πέρα από το όνειρο,
αυτό το όνειρο που μας γοητεύει
και κολακεύει τη σκέψη,
Πέρα από την προσμονή
που μας πιέζει μέσα στο χρόνο
και δημιουργεί φαντάσματα απροσέγγιστα,
Πέρα από την μακάβρια αλήθεια
της κατάντιας μας,
και την ανεκπλήρωτη αλλαγή της,
Πέρα από την αγνή έκφραση
που δημιουργεί αλλεπάλληλους εχθρούς,
Πιο πέρα ακόμα βρίσκομαι εγώ,
εδώ κρυμμένη σ' ανυπεράσπιστα καλούπια
πλασμένα απ' ένα κίτρινο κόσμο
γεμάτο φως από την ουτοπία των πόθων μου.



 3

Γι αυτή την έκσταση
ξεχνιέμαι απ' την συνήθεια
και διαμοιράζω το κορμί μου
σ’ ερωτικούς διαδρόμους
που γεμίζουν την σιωπή μου.
Απροσδιόριστη μεταβολή της σκέψης
με φέρνει ο' αδιέξοδο
αφήνοντας τις ενοχές να ξεπηδούν
χωρίς να τις αγγίζω.
Κι είναι τα μάτια σου τα μάτια σας,
τα μάτια τους αυτά που με κρατάνε.
Κι είναι η φυγή μου
η αχαρακτήριστη άρνηση στα δεδομένα
που οργιάζει στην επιθυμία ύπαρξης. 



4

Θέλω να μ' αγαπάς
χωρίς να γίνεσαι εθισμός στη μνήμη μου
χωρίς ν' ασκείς μια κριτική στη σκέψη μου.
Μη ψάχνεις να βρεις λόγους για τις πράξεις μου.
Είναι στιγμές ερωτικές που με πλακώνουν
κΓ όμως, δεν έμαθα ποτέ
αν η ίδια αυτή η ηδονή
πηγάζει απ' την ανάγκη
ή από την καρδιά μου.



5

Περιμένοντας την απάντηση
συντρίβουμε την ηρεμία της όρασης
μετατρέποντας ΖΙΚ - ΖΑΚ γραμμές
σ' ατέλειωτους διαδρόμους
μ' αναπάντεχα μηνύματα.
Κι αντιστεκόμαστε στους πειρασμούς της πλήξης
με στιγμιαίους οργασμούς που μας διεγείρουν,
μέχρι που η έκσταση αυτή ευθυγραμμισθεί
για ν' αποβάλει ένα από τα παιδιά
που πνίξαμε στη σκέψη. 



6

Εδώ είναι η διαφορά μας.
Εσύ μεγαλωμένη με υποστηρικτές
όμοιους σου, που ενδυναμώνουν το έγκλημα,
κι εγώ, να παλεύω αδιάκοπα
για να ξεφεύγω απ' τις παγίδες
των προστατών σου. 



7

Όνειρο, τρυφερή ανάμνηση του χτες,
γλυκιά προσμονή,
μην αφήσεις στη σκέψη μου
εφιάλτης να γίνει η ανάσα σου.
Φτάνει νεκρούς, σταυρούς, ξύλινα φέρετρα
παρείσακτα ανθρωπάκια και τριγύρω γίγαντες.
Φτάνει λιμάνια, πλοία δίχως άγκυρες
παρθένα σώματα σε νεκρικά κρεβάτια.
Όνειρο, γλυκιά προσμονή,
Κρυμμένη ελπίδα, χρωμάτισε τις σκέψεις μου,
ρίξε μια άσπρη πινελιά στους πόθους μου
ξεγέλασε με.



8

Βυθίζεσαι στο πέλαγος της σκέψης σου
χωρίς ναυαγοσώστη
κι ανακατατάσσεις βρώμικα βιώματα
ιεραρχώντας προτεραιότητες.
Μαγνητικές επιδράσεις σε ωθούν
ν' αντανακλάς αδυναμίες άρνησης
Χορεύοντας ροκ σ’ ένα κόσμο
φτιαγμένο για χασίς κι ονειροπόληση.
Φαντασιώσεις ναρκώνουν το βλέμμα σου
μα εσύ βυθίζεσαι
χωρίς αντίδραση καμιά,
περιμένεις το τέλος,
χαμογελάς στη λύτρωση.



9

Παγιδεύεις τη θλίψη σου
ο' εγωκεντρικές συνήθειες,
ποθείς μοναχική συμβίωση με τους γύρω σου,
αυτούς που σ’ αγκαλιάζουν
και σου σφίγγουν τον λαιμό.
Καταπίνεις ιδεολογικά φυλλάδια
πεταγμένα στο δρόμο
και τρέφεσαι απ' τις ανάγκες του σώματος,
ότι απόμεινε από την ακρόαση
αυτών που σε τυλίγουν.



10

Ναι, έτσι γεννήθηκα
μέσα στο φώς της ομίχλης
σ' ένα μαυρόασπρο σκηνικό
γειτονικού θεάτρου.
Η όπερα ακουγόταν σιωπηλά
κι η μάνα μου βογκούσε,
η αγωνία απερίγραπτη,
η όπερα ακουγόταν σιωπηλά,
οι ακροατές περίμεναν το τέλος
την κριτική του θεάματος
κι η μάνα μου βογκούσε.



11

Ατέλειωτος ο δρόμος που μ' ορίζει
κι αδίστακτα, συντρίμμια αφήνω πίσω μου
μέσα απ' το σκηνικό της τρέλας μου.
Κι είναι αυτή η ανάμνηση
μια δουλεμένη ενοχή
από τον θάνατο των γύρω μου.



12

Καταναλώνω τη γλώσσα μέσα στη μνήμη
αποβάλλοντας υπαρξιακά σύνδρομα
που απασχολούν το πνεύμα.
Καμουφλάρω το πρόσωπο με παράδοξους συνδυασμούς
ταυτίζοντας τη σκέψη
μ' επιλογές χρωμάτων.
Κινούμαι σε μια διάσταση δύο επί δύο,
χωρίς καθορισμένα πλαίσια
και σ' αγαπώ γιατί κατάλαβες
αυτά που μου ανήκουν.



13

Βιάσου. Η ώρα έχει περάσει
και συ, στημένος στο γωνιακό τραπέζι
πουλάς ιδεολογία για πέντε κατοστάρικα,
κι' όλο μου λες πως οι δουλειές
δεν παν καλά εφέτος
(και πότε πήγαιναν καλά...)
Βιάσου, κουράγιο δεν σ' απόμεινε
να επαναλάβεις λέξεις
με το χωνί στο χέρι.
Αύριο, αύριο θάναι πάλι
μια ίδια μέρα.



14

Καλύψαμε το έγκλημα
με κάτασπρο πέπλο,
το θέαμα το ίδιο
μ' ένα φτηνό δράμα
σ' εμπορικό φιλμ.
Είπαμε η αποστολή επιτελέσθει
και σφίξαμε τα χέρια.



15

Αφού τα μάτια σου τ' ομολογάνε,
πώς απ' τη μια στιγμή στην άλλη
θα με καταδώσεις,
μη μ' αγκαλιάζεις για να ξεπλύνεις ενοχές
που ‘χουν κολλήσει στα βρώμικα χέρια σου.
Αφού τα ‘χαμε τέλος πάντων ξηγημένα
πως δεν θ' ανοίγαμε ποτέ
«τ' ανώνυμα μηνύματα»
που ‘ταν κρυμμένα στο πατάρι,
πόσο αστείος μου φαίνεσαι
γι' αυτή σου την περιέργεια...
Κι αφού, οκτώ λεπτά έχουν μείνει
για την επιλογή σου, μη βιάζεσαι.
θα μείνω εδώ για να τους περιμένω. 



16

Φωλιά γυρεύεις για να κρύψεις την γύμνια σου
να κάλυψης τον πόνο της ψυχής σου.
Μακριά απ' τον κόσμο των ονείρων σου
μακριά απ' τον τρόμο της απόγνωσης.
Φωλιά γυρεύεις να καλύψεις το κεφάλι σου
να μην βλέπει την γύμνια σου
να μην βλέπει το κορμί σου
που ξεράθηκε απ' την υποκρισία.



17

Επικοινωνία μηδέν
Μας έχουνε ρυθμίσει
σε άλλες συχνότητες
και δεν σταματώ.



18

Σκιαγράφησα τον φόβο
εκείνο της αναμονής,
όπου τα μάτια αποζητούν
την εξιλέωση,
Σκιαγράφησα τον έρωτα
περιπλανώμενο στη φύση
σαν εισχωρεί μες τα ανθρώπινα πλοκάμια,
Κι είπα: Αυτή ήταν η πατρίδα μου. 



19

Είναι τα διαλείμματα
που μ' ενοχλούνε φίλε μου.
Αυτά που με φορτίζουν ατονία
και μου στριμώχνουν το μυαλό
σαν αγναντεύω τα τοπία
που δεν κινούνται
και σαν ανάσκελα ξαπλώνω
να ονειρευτώ όσα δεν μ' άφησαν
να ζήσω.
Είναι τα νεκρολούλουδα
που μ' ενοχλούνε φίλε μου,
Αυτό το τέλος,
τα κορμιά που δεν μουγκρίζουν
σαν τα τόπια που ‘ναι πάντα ακίνητα,
κι εγώ στη μέση να κοιτάζω
χωρίς κανένα περιθώριο εξόδου. 



20

Με καθηλώνεις, κάθε βραδιά
που μου γεμίζεις το ποτήρι
και σου φορτώνω ενοχές
για να με ξαλαφρώσεις.
Με καθορίζεις, κάθε φορά
που με κρατάς σφιχτά δεμένη
να μην πετάξω σε πεδία ονειροπόλησης.
Μουσικές δονήσεις τραντάζουν
στο μυαλό μου την φυγή σου.
Και τα βράδια που θα μένω μόνη
θ' αγκαλιάζω το ποτήρι το δικό μας
να μη ματώσει από την κάθοδο
των μισητών βαρβάρων
που θα με κυβερνούνε.



21

Ελλείπεις οι λέξεις
που ξεφεύγουν απ' το στόμα σου.
Από το φόβο που σε συνεπαίρνει
έχεις μασήσει τις μισές
πριν να προλάβω να σου πω
πώς είχα καταλάβει.



22

Κάθε βραδιά στην ίδια θέση.
Την ίδια ώρα, το ίδιο δάκρυ.
Κάθε βραδιά γεννοβολά
μια νέα ψευδαίσθηση
και την βιώνει μ' ένα καινούργιο σκηνικό.
Μέσα στο μυαλό μια μόνο λέξη.
Πόρνη, πόρνη. Κι αυτή χορεύει
για να ξεπλύνει την ντροπή της.



ΗΧΟΣ ΟΝΕΙΡΩΝ




ΚΡΑΤΑ ΜΕ






ΚΡΥΒΟΜΑΙ ΑΠΟ ΣΕΝΑ








ΑΓΓΕΛΕ ΜΟΥ








ΤΑ ΚΡΥΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ








«Αν δεν αγαπήσω τον εαυτό μου, δεν μπορώ να αγαπήσω κανένα»

Συνέντευξη στην Κυριακή Παπαλεοντίου Δημητρίου
city.sigmalive/24/4/2017

Τα έργα της Νέβης Αστραίου εκφράζουν ευαισθησία, ρομαντισμό, γλυκύτητα, καλοσύνη και αγάπη. Η ίδια, μαζί με όλα αυτά, έχει ένα μεγαλείο ψυχής που την κρατά δυνατή και αγέρωχη ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής της.

Τη συνάντησα στο σπίτι της, στη Λευκωσία. Με δέχτηκε στο γραφείο της όπου περνά τις περισσότερες ώρες. Αυτές τις μέρες οργανώνει μια μουσικό-ποιητική βραδιά στην οποία θα τραγουδήσει η Στάλω Παπαδοπούλου και θα απαγγείλει ποίηση της η ηθοποιός Θέα Χριστοδουλίδου. Όλα τα έσοδα από την εκδήλωση θα δοθούν στο Φιλανθρωπικό Σωματείο Αλκυονίδες, του οποίου η Νέβη είναι ενεργό μέλος εδώ και πολλά χρόνια.

Εγώ είχα την τύχη να γνωρίσω τη Νέβη Αστραίου μέσω των Αλκυονίδων. Είναι ένας άνθρωπος γλυκύτατος, καλοσυνάτος, χαμογελαστός. Δείχνει πάντα κατανόηση και συμπονάει τους ανθρώπους που απευθύνονται στο σωματείο για βοήθεια. Εκφράζει την άποψή της στο συμβούλιο καλοπροαίρετα με σοβαρότητα και σεβασμό προς όλους. Είναι άνθρωπος χαμηλών τόνων και μιλά για τους άλλους μόνο όταν έχει κάτι καλό να πει. Βλέπει τα πάντα με μια θετική ματιά και είναι έτοιμη να ακούσει, να δώσει αγάπη σε όποιον την χρειάζεται και να προσφέρει στους γύρω της με όλους τους τρόπους που αυτή μπορεί.

Γνωρίζω πολύ καλά πως είσαι πάντα παρούσα και βοηθάς πολύ με τον δικό σου τρόπο σε όλες τις προσπάθειες των Αλκυονίδων.

Οι Αλκυονίδες είναι για μένα ένα ξεχωριστό κομμάτι στη ζωή και στη καρδιά μου, η δεύτερή μου οικογένεια.

Αλήθεια, πότε άρχισες να ασχολείσαι με την ποίηση;

Η επαφή μου με την ποίηση άρχισε πριν ακόμα πάω δημοτικό. Ο παππούς μου ήταν εκπαιδευτικός και η γιαγιά μου ποιήτρια. Με μύησαν στην ποίηση πριν ακόμα πάω σχολείο. Από 4 χρονών απάγγελλα Δημήτρη Λιπέρτη όρθια πάνω στην καρέκλα της γιαγιάς μου. Στα πέντε μου χρόνια, όταν πήγα στην πρώτη τάξη του δημοτικού και άρχισα να γράφω, έγραψα το πρώτο μου ποίημα. Από τότε συνέχισα να γράφω. Αν και μου αρέσει η κυπριακή διάλεκτος και τα πρώτα μου ακούσματα ήταν κυπριακή ποίηση,  δυστυχώς δεν κατάφερα να γράψω στα κυπριακά.

Εξέδωσες την πρώτη σου ποιητική συλλογή με τίτλο «Απόπειρα» το 1986. Αυτό ήταν αμέσως μετά τις σπουδές σου;

Ναι, σπούδασα κοινωνιολογία στη Γαλλία και επιστρέφοντας πίσω στη Κύπρο αφού άρχισα να εργάζομαι στην British Αirways, αποφάσισα να εκδώσω την πρώτη μου ποιητική συλλογή. Αντίτυπα από αυτήν την ποιητική συλλογή βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στον τομέα των μεσαιωνικών και νεοελληνικών σπουδών.

Παράλληλα  ασχολήθηκες και με τη μουσική σύνθεση. Μάλιστα, έχεις στο ενεργητικό σου και ένα δίσκο αποκλειστικά με τραγούδια δικά σου.

Είναι ο δίσκος «Ήχος Ονείρων», σε στίχους και μουσική δική μου. Τα τραγούδια ερμηνεύει η Μαριέττα Μιτσίδου εκτός από ένα που το ερμηνεύω εγώ. Επίσης έλαβα μέρος με δύο δικά μου τραγούδια στο διαγωνισμό Κύπρου-ΕΟΚ το 1994 και το 1995. Τα ερμήνευε η νεαρή πρωτοεμφανιζόμενη τότε τραγουδίστρια, Δέσποινα Ολυμπίου. Πήραν τη δεύτερη θέση και τις δύο χρονιές.

Στη συνέχεια σταμάτησες τη μουσική σύνθεση και ασχολήθηκες με το θέατρο. Πώς προέκυψε αυτό;

Είχαν μεσολαβήσει τα προβλήματα υγείας μου και δεν είχα πια την δυνατότητα να παίζω μουσική με την κιθάρα μου. Επομένως μου ήταν δύσκολο να συνεχίσω να γράφω μουσική για τραγούδια. Άλλωστε δεν θεωρώ τον εαυτό μου μουσικοσυνθέτη. Είμαι τραγουδοποιός και στιχουργός, δεν έχω κάνει σπουδές στη μουσική.



Στο σημείο αυτό, να αναφέρω ότι η Νέβη Αστραίου πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και αυτό την έχει καθηλώσει σε αναπηρικό καροτσάκι.
Το πρόβλημα αυτό της υγείας σου γενικά επηρέασε την καλλιτεχνική σου πορεία;

Η καλλιτεχνική μου δημιουργία συνεχίζεται χωρίς κανένα πρόβλημα. Έμαθα να μην σταματώ. Η ζωή είναι για όλους μας προσωρινή. Πάντα θα υπάρχουν προβλήματα, μικρά ή μεγάλα. Μακάρι να μην υπήρχαν, αλλά ο κάθε άνθρωπος θα συναντήσει προβλήματα στη ζωή του. Εκείνο που πρέπει να κάνει ο καθένας είναι να μπορεί να δεχθεί το πρόβλημα του και με κάποιο τρόπο να το αντιμετωπίσει. Πολλά πράγματα ίσως να μην μπορεί να τα κάνει όπως πρίν. Το θέμα είναι να μάθει τι άλλο μπορεί να κάνει, να βρει τους τρόπους να συνεχίσει. Εγώ αυτό έκανα και συνέχισα να γράφω.

Την περίοδο 2000-2005 έγραψα τρία θεατρικά έργα και το 2010 εξέδωσα την δεύτερη ποιητική συλλογή μου με τον τίτλο «Πρόκληση». Έγραψα επίσης στίχους για ζεϊμπέκικο και χασάπικο οι οποίοι μελοποιήθηκαν. Κάποιος θα μπορούσε να με ρωτήσει «μα τώρα θυμήθηκες να γράψεις ζεϊμπέκικο και χασάπικο;». Απολαμβάνω να βλέπω τους άλλους να χορεύουν με τα τραγούδια μου. Συνεχίζω να γράφω στίχους, ποίηση και έχω πολλά ανέκδοτα έργα.

Πώς εμπνέεσαι τα έργα σου;

Μπορεί να εμπνευστώ από μια λέξη ή μια φράση που θα πεις και να ξεκινήσω να γράφω.

Πώς είναι η ώρα της δημιουργίας;

Είναι οι πιο απολαυστικές στιγμές, με συνεπαίρνουν. Την ώρα που γράφω δεν με απασχολεί τίποτε άλλο, δεν έχω κανένα πρόβλημα. Η περίοδος που έγραφα τα θεατρικά έργα ήταν η καλύτερη της ζωής μου. Έμπαινα μέσα στους ρόλους γινόμουν ένα με τους ήρωές μου. Περίμενα να βρεθώ μόνη μου στο γραφείο για να γράψω.

Πως καταφέρνεις να αντιμετωπίζεις με τόση υπομονή και γενναιότητα το θέμα της υγείας σου;
Κατάφερα να δεχτώ τον εαυτό μου και να τον αγαπήσω έτσι όπως είναι. Πιστεύω πως αν δεν δεχθούμε και δεν αγαπήσουμε τον εαυτό μας δεν μπορούμε να προσφέρουμε αγάπη στους άλλους. Αν δεν αγαπήσω τον εαυτό μου δεν μπορώ να αγαπήσω κανένα. Τα προβλήματα δεν πρέπει να μας σταματούν αλλά να βρίσκουμε τους τρόπους να συνεχίζουμε.

Τί πιστεύεις ότι έχει τη μεγαλύτερη σημασία στη ζωή;

Σημασία έχει να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Να μπορείς να κάνεις καλό στους άλλους. Για αυτό, όπως είπα και πριν, λυπάμαι που έπρεπε να φτάσω στο τροχοκάθισμα για να καταλάβω πόσο ανάγκη έχουν την βοήθεια μας κάποιοι άνθρωποι.

Εύχομαι σύντομα να υπάρξει κάποια θεραπεία. Οι ιατρικές έρευνες προχωρούν
.
Δεν πιστεύω πως θα υπάρξει για μένα θεραπεία, δεν είμαι αφελής. Αυτό που ελπίζω είναι να μην επιδεινωθεί η κατάστασή μου.

Τι σου αρέσει να κάνεις όταν δεν γράφεις;

Απολαμβάνω το διάβασμα, τη μουσική, να παρακολουθώ θέατρο και κινηματογράφο.

Τι αγαπάς περισσότερο στη ζωή σου;
Είμαι χαρούμενη γιατί στη ζωή μου ευτύχισα να έχω τρία πολύ σημαντικά πράγματα: Την οικογένεια μου που αγαπώ και με αγαπάει και με στηρίζει πολύ, τους φίλους μου που για εμένα είναι διαμάντια και τις Αλκυονίδες που είναι η δεύτερη μεγάλη μου οικογένεια.

Τις Αλκυονίδες τις λατρεύω γιατί είναι τόσο μοναδικές και διαφορετικές μεταξύ τους. Δεν υπάρχουν αντιζηλίες και ανταγωνισμοί, παρά μόνο ένας κοινός σκοπός. Να προσφέρουμε αγάπη στους συνανθρώπους μας. Πρώτες και καλύτερες σε αυτό το σκοπό η Μαρή στη φωλιά στην Αγγλία και η Πρόεδρος μας, Γεωργία Πολυβίου.


Ποιο είναι το καλύτερο δώρο που μπορεί να σου κάνει κάποιος;
Δεν υπάρχει μεγαλύτερο δώρο για μένα από το ενδιαφέρον, την αγάπη.


Φεύγοντας από την συνάντηση μου με την Νέβη Αστραίου νοιώθω ότι πήρα από αυτήν πολλά και σπουδαία μαθήματα ζωής. Κατάλαβα πραγματικά πως καμιά δυσκολία δεν μπορεί να μας νικήσει αν η ψυχή μας δεν γονατίσει. Η Νέβη είναι ένας άνθρωπος που ορθώνει την ψυχή της και στέκει με αξιοπρέπεια απέναντι από κάθε δυσκολία. Είναι όμως ταυτόχρονα τόσο ευαίσθητη και καλοσυνάτη!
Συνδυάζει σπάνια και μοναδικά χαρίσματα εμπνέοντας θαυμασμό και αγάπη σε όποιον την γνωρίζει. Δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ στο μεγαλείο της.

ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ Πολιτιστικό περιοδικό




ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ  Πολιτιστικό περιοδικό Κύπρου

Από το τεύχος 330/2017


ΠΟΙΗΣΗ


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ


Χλόη Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Όπου υπάρχει καπνός,
 υπάρχει καπνός.
Για φωτιά ούτε λόγος
Ένα μικρό κενό συνέχειας στο γενετικό φορτίο
ένα επεισόδιο στο δάσος
που από λάθος δεν καταγράφτηκε στα κύτταρα
τότε που τα κόκαλα συσπάστηκαν
ορθώθηκε η ραχοκοκαλιά
και έτριψες δύο πέτρες μεταξύ τους.
Γι’ αυτό και σε δικαιολογώ.
Δεν ήταν το φιλί ελαττωματικό
εσύ απλώς καθόλου δεν θυμήθηκες
πως κάποτε παλιά
είχες ανακαλύψει τη φωτιά.




Αλεξάνδρα Μπακονίκα

ΑΚΡΟΘΑΛΑΣΣΙΑ

Σιωπηλός, άκεφος κι απόμακρος
ξάπλωσες στην αμμουδιά.
Εκνευρισμένος σχολίαζες κάτι που σε ενοχλούσε
από τους ανθρώπους στην παραλία.
Ξαφνιάστηκα που σ’ έβλεπα σκοτεινό, συννεφιασμένο
γιατί πάντα ξεχείλιζες από ζωντάνια,
ενέργεια και χαρά.
Μαζεύτηκα
περιμένοντας να χαμογελάσεις.
Συνειδητοποίησα πόσο εξαρτημένη ήμουν,
πόσο είχα απόλυτη ανάγκη να δέχομαι, να μεθάω
από το μεγαλείο της ενέργειας και φωτεινότητάς σου.



Κατερίνα Καριζώνη

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Σε είδα κλεισμένο σε μια σταγόνα της βροχής
Σκάλιζες ένα παλιό σταματημένο ωρολόι
Μια λάμπα λαδιού έκαιγε στο πλάι σου
0 τελευταίος ωρολογοποιός της πόλης
Πέθανε, μου φώναξες
Άλλωστε το σπίτι δεν υπάρχει πια
κι ο χρόνος δεν έχει την ίδια σημασία
                                      που του δίναμε
0 Οκτώβρης σε φυλακίζει μέσα στις σταγόνες της βροχής
όπως σε μπουκαλάκια
από ξεθυμασμένα αρώματα.

Φέτος το φθινόπωρο θα 'ναι σκληρό,
να προσέχεις
Θα φέρει οριζόντιες βροχές
Θα φέρει ανθρώπους απ' τη θάλασσα
κλεισμένους σε μποτίλιες
θα φέρει κίτρινα φύλλα απ’ τον ορίζοντα
καρέκλες με μακριά απέραντα πόδια.



Έλσα Κορνέτη

ΟΥΤΕ ΙΧΘΥΟΚΕΝΤΑΥΡΟΣ

Κι έτσι όπως σέρνομαι
στης αγωνίας μου τον αμμώδη αλαλαγμό
ό,τι δηλαδή η θάλασσα σε κάποια ακτή
δεν πρόκειται ποτέ ξεβράζοντας
να μαρτυρήσει
Σε υδάτινο συντονισμό
στα δυο μου χέρια κουβαλώ
το καύκαλο
μ’ ένα κεφάλι
για μένα καμιά στεριά πια
δεν ξημερώνει
Έμαθα ν’ αρκούμαι
έστω σ' αυτό
να λικνίζομαι
στο ουράνιο τόξο του βυθού
αφήνοντας πίσω να με κυνηγά
ο πέτρινος εαυτός μου
Έτσι όπως κατέληξα σιγά σιγά
μισός άνθρωπος
μισό κοχύλι


Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

ΥΓΡΗ ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ Η ΓΗ

Υγρή ανασαίνει η γη και πύρινη
μηρυκάζεται θλίψη αιώνων
Τον πόνο των ανθρώπων πώς να καταπιεί
πώς θα μπορούσε να τον σβήσει
Κεράκια αμέτρητα σκόρπισαν μέσα της νωρίς
θλιμμένα σιγοκαίνε σ’ απώλειας φως
κάποιοι αγάπη την ονόμασαν κάποιοι πατρίδα
Σκοταδιασμένη μήτρα σείεται η γη
εκπέμπει φωτεινότητα ακατάληπτη
Μυσταγωγίας φως εκθαμβωτικό διαχέεται
έρχεται από μακριά
απ’ τη μεριά του μέλλοντος
σμίγει με χθόνιων κεριών το φως
και ακουμπά στη ρίζα αιωνόβιου δέντρου
Γη βιασμένη εκπορθημένη και απόρθητη
στον κόρφο της φυλάει κρυμμένες πυρκαγιές
αδημονεί κρατώντας στις παλάμες της κεράκια
αναμμένα.




ΔΙΗΓΗΜΑ


Αιμίλιος Σολωμού

ΣΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΤΣΙΦΛΙΚΙ

Το τούρκικο τσιφλίκι ήταν μια ώρα ποδαρόδρομος από το χωριό. Η γιαγιά μου ξυπνούσε από τις τέσσερις και σε λίγο, πριν ακόμα χαράξει, βρισκόταν στο δρόμο με τη μάνα μου, κορίτσι στα δώδεκα-δεκατρία. Κρατούσε το ταγάρι με κάνα ξεροκόμματο και λίγο τυρί και δυο δρεπάνια με την ξύλινη λαβή μαυρισμένη από την πολυκαιρία και την πολυχρησία.
«Είσαι σίγουρη, μάνα, πως θα με δεχτούν κι εμένα;»
«θα πάμε και θα δούμε. Κοίτα το δρόμο εσύ, μπορεί να χρειαστεί να γυρίσεις».
Μπροστά και πίσω τους βάδιζαν κι άλλες χωριανές, σεινάμενες κουνάμενες, δυοδυο, τρεις-τρεις. Είχαν κινήσει κι αυτές για το τούρκικο τσιφλίκι με το κεφάλι τυλιγμένο στις μαντίλες, τον μπόγο και τα δρεπάνια τους στα χέρια.
          Σε μια ώρα είχανε φτάσει στο κονάκι του Τούρκου τσιφλικά και περίμεναν έξω από τον ψηλό μαντρότοιχο. Έπειτα άνοιξε μια πόρτα και από το βοηθητικό σπίτι δίπλα βγήκε ένας επιστάτης με την πετσέτα κρεμασμένη στον ώμο, τα μαλλιά βρεγμένα. Σαν είδε το πλήθος μαζεμένο, σκιές ακόμα της νύχτας, σαν τις ψυχές να προβάλλουν μέσα από το έρεβος, ξαναμπήκε στο σπίτι, γύρισε με το τεφτέρι του κι άρχισε να καταγράφει τα ονόματα.
          «Πόσο πάει το μεροκάματο;» τον ρωτούσαν αδιάκοπα. Κι αυτός τις αγριοκοίταξε.
          «Ακόμα δε δουλέψατε κι εσείς κοιτάτε κιόλας για πλερωμή!» φώναξε οργισμένος.
          Μα έπειτα, με την επιμονή και τη μουρμούρα τους, οι γυναίκες τον ανάγκασαν να ομολογήσει:
          «Ένα σελίνι το μεροκάματο», είπε κοφτά και σαν έφτασε κοντά στη γιαγιά μου, αυτή ψιθύρισε, να μην ακουστεί γύρω.
          «Και το κορίτσι;» ρώτησε και η μάνα μου πρόβαλε ξαφνικά πίσω από το φουστάνι της. Εκείνος την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω περιφρονητικά.
          «Μισό σελίνι».
          Η γιαγιά μου έκανε να διαμαρτυρηθεί.
          «Τόσα δίνουμε, κυρά μου», την αντίκοψε αυτός. «Αυτό έλειπε τώρα, να πληρώνεται σωστό μεροκάματο το νιάνιαρο».
          Όλη μέρα η γιαγιά μου δεν σήκωσε κεφάλι. Προχωρούσε κάτω από τον καυτό ήλιο, μέσα στα σπαρτά και απ’ εκεί που περνούσε, άνοιγε δρόμο, άφηνε πίσω κομμένες αποκαλάμες και δεμένες θημωνιές, ένα σωρό, αποδείξεις της σβελτάδας και της ικανότητάς της. Καμιά φορά το δρεπάνι κτυπούσε πάνω στις πέτρες, αντηχούσε στον κάμπο ο οξύς διαπεραστικός του ήχος, σταματούσε για λίγο κι ακόνιζε γρήγορα το δρεπάνι.
Κι ύστερα συνέχιζε. Οι άλλες αδυνατούσαν να την προλάβουν κι επειδή, κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει, συναγελάζονταν η μια την άλλη και κοίταγαν με το μισό τη γιαγιά μου που τούς χάλαγε τη δουλειά.
          Ο τσιφλικάς που γύρναγε ανάμεσά τους κι είχε τα χέρια σταυρωμένα πίσω στην πλάτη, ένα ανθρωπάκι κοντό, κακομούτσουνο, με γκρίζο μουστάκι, αξούριστος, κούνησε το κεφάλι του, χωρίς να πει λέξη, σαν πέρασε δίπλα από τη γιαγιά μου. Κι ύστερα, το μεσημέρι, ήρθε και η χανούμισσα να φέρει τα κατσαρολικά με το φαί. Κάθισε στον ίσκιο μιας θεόρατης αμυγδαλιάς έκοβε με το μάτι από μακριά τις εργάτριες μες στα σπαρτά, και αντάλλαζε βλέμματα συνεννόησης με τον αφέντη της.
          Το βράδυ ο επιστάτης έδωσε κουβέρτες στις γυναίκες να κοιμηθούν στην αυλή του κονακιού, ανάμεσα στα γιασεμιά και τους βασιλικούς. Ετοιμάστηκε και η γιαγιά μου να στρώσει κάτω, να κοιμηθούν σε μια γωνιά, αλλά η χανούμισσα ήρθε και την πήρε από το χέρι.
          «Εσύ με κορίτσι κοιμηθείτε μέσα», της είπε στ' αυτί και την πήγε και της έδειξε το κρεβάτι στον ηλιακό. Η γιαγιά μου δεν ήξερε τι να πει, έμεινε αποσβολωμένη να την κοιτάει κάπως ανήσυχη.
          «Μη φοβάσαι, αφέντης έξω 'πόψε στα περβόλια, ποτίζει όλο βράδυ».
          Κι έτσι η γιαγιά και η μάνα μου ξάπλωσαν στο κρεβάτι.
Κι όταν δυο από τις γυναίκες της αυλής, σουσουράδες, ήρθαν να παραπονεθούν στη χανούμισσα, γιατί αυτή με το κορίτσι κι όχι εκείνες, έφερε το χέρι μπροστά και τους έκοψε τη φόρα.
«Τούτη γυναίκα πολλή δουλειά», τους είπε και σαν τέλειωσαν το θερισμό, την άλλη μέρα, αργά το απόγευμα, στην πληρωμή, ο τσιφλικάς έδωσε σωστό μεροκάματο στη μάνα μου.




ΑΝΕΥ Περιοδικό Λόγου, Τέχνης και Προβληματισμού



ΑΝΕΥ  Περιοδικό Λόγου, Τέχνης και Προβληματισμού της Κύπρου

ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΥΧΟΣ 62/2017



ΠΟΙΗΣΗ



Στας Παράσκος

ΓΙΑΛΛΟΥΡΑ ΚΑΙ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ

Πολυώροφα χτίσματα
υποχωρούν και ανασυντάσσονται
σε στοιβάδες μπετόν.

Μέσα σε γρίζα συμφορά
απομεινάρια άλλων εποχών
ξεπροβάλλουν σαν κυκλάμινα
σε ρωγμή πεζοδρομίου.

Στον Αϊ Λάζαρο
προσεύχονται προσκυνητές
που δεν γνώρισαν ποτέ ζωή
και φοβούνται τον θάνατο.

Η οδός Νερού άλλαξε ονομασία
απόκτησε αστική αξιοπρέπεια
και οι τιμές περιουσίας ανέβηκαν.
Τους παλιούς καιρούς
εδώ πωλούσανε αγάπη
η Γιαλλούρα και η Κλεοπάτρα
κυκλοφορούν σαν φαντάσματα
μέσα στην εξαντλημένη μνήμη.



Λουκάς Α. Σκυλλουριώτης

ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΤΟ ΣΤΑΧΥ

0 ουρανός χαμογελά
μα δε μιλά.
Μόνο ζητά
τη συντροφιά μας να ’χει.
Μες στους αγρούς
δρόμους υγρούς
εύχομαι φέτος να ’χει.
Να ’ρθει βροχή,
να πιει η γη,
για να γίνει το στάχυ
και η πηγή να τρέξει.
0 ουρανός ας βρέξει.
Και θα το δεις
κι εσύ θα πεις,
τη συντροφιά μας θα ’χει,
αφού θα γίνει στάχυ.

                 Αύγουστος 2008



Γιώργος Αναγνώστου

ΚΟΜΜΑΤΙΑ Η ΘΕΛΗΣΗ

Κομμάτια η θέληση αιωρούμενα πάνω από
σκοτωμένα πουλιά μιας αυγής αργοπορημένης
κομμάτια η θέληση γυαλιά σπασμένα
συντρίμμια η σιωπή της κοιμώμενης κοιλάδας
αντιφεγγίζοντας από μακριά το τέλειο έγκλημα
κι αυτοί που βυθισμένοι στ’ όνειρο όλη νύχτα
βρέθηκαν εντός ακτίνας και τους σάρωσε
το κύμα της καθημερινής συνήθειας
έγινε νόμος η υποταγή των άστρων
με το φως τους αναπνέοντας το αδυνατισμένο σαν
τα ερπετά της γης τρόπους διαφυγής αναζητώντας. 
Ωρίμασε πια ο καιρός και των χρωμάτων η διαφωνία
σκεπάζοντας πέρα για πέρα τη συμφωνία των σκύλων
γαυγίζοντας βαθιά μεσάνυχτα μες στο χωριό
κολλήσανε τα χείλη σου απ’ τη δίψα
και παρά λίγο σκύβοντας να πιεις απ’ το
φαρμακωμένο το νερό των συντριμμένων τοίχων
όμως η άρνηση πολλές φορές σπάζει την πέτρα
κι απ’ τον απέραντο ουρανό ελπίδα
φτάνει τα μάτια σου να ’χεις ανοιχτά και να ονειρεύεσαι.




Κωνσταντίνος Μικελλίδης

Ο ΤΕΤΡΑΗΜΕΡΟΣ

«Θρηνείς Ιησού,
τούτο θνητής ουσίας.
Ζωής φίλος σου,
τούτο θείας Ισχύος»

Στρώσανε το δικέφαλο πουλί για να πατήσεις.
Κλαδιά ελιάς μοσχοβολάνε στο πέρασμα σου,
και το έλαιο, της νιότης, της ανάστασης σου.

Κατά την έξοδο σου, απ’ του πατέρα σου το σπίτι,
κόσμος πολύς ήρθε να σε περπατήσει,
στα πλακόστρωτα της αρχαίας πόλης του Ζήνωνος.

Με εξαίσιες κεντημένες φορεσιές και πέπλα ανάλαφρα
                                                          να ανεμίζουν,
και ένα γλυκύτατο φως  θείον, ξέφυγε από την πάχνη
                                      του συννεφιασμένου ουρανού,
και έλαμψε τον τόπο όλο.
Περιστέρι, περιστέρια, καθισμένα ψηλά,
                                      και Νταν-Νταν όλα πετάξανε,
με το χτύπημα της βοερής καμπάνας.
                             Βαρύς ο ήχος, δονεί τα κόκαλά σου.
Χαίρε φίλε, Λάζαρε. 




Γεωργίου Ελένη*

ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κόλακες σταδιακά απερχόμενοι
σε πολιτειακά δρώμενα.
Φυγόπονοι αυτοδίδακτοι ερασιτέχνες
θέσεων, καρέκλων
κι αξιωμάτων...
Φιλοδοξούνται προσδοκίες
μερών ευημερίας
σ’ ένα τόπο
πολιτικής νεκροψίας...



* Είναι μαθήτρια Λυκείου



ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ- ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ



Νένα Φιλούση

Ο ΜΕΛΗΣ ΚΑΙ ΑΡΣΕΝΑ

Σεπτέμβρης του 74. 0 τόπος μύριζε αίμα. 0 πόλεμος ήταν νωπός, γραμμένος στα βλέμματα, σε κάθε σκέψη, στις κινήσεις μας. 0 πατέρας πήρε μετάθεση σ’ ένα μεγάλο χωριό, κτισμένο στο ύψωμα, πάνω από τη θάλασσα. Οι αποστάσεις τότε φαίνονταν μεγάλες. Κάναμε με το χίλμαν σχεδόν μία ώρα να κατέβουμε στην πόλη, διαδρομή που τώρα δεν ξεπερνά τα τριάντα λεπτά.
          Το σπίτι που παραχωρούσε με νοίκι η κοινότητα στον δάσκαλο ήταν ακριβώς απέναντι από την εκκλησία του Αποστόλου Ανδρέα, δυο λεπτά από την πλατεία και τα καφενεία. 0 δρόμος μπροστά από το σπίτι ήταν στρωμένος με χαλίκια μεγάλα, πέτρες που είχαν με τα χρόνια φυτευτεί, μέχρι το τέλος του κατήφορου, την πλατεία. Η αυλή ήταν τεράστια, με μια γιγάντια λεμονιά στη μέση. Τα κλαδιά της έφταναν μέχρι το μπαλκόνι του ανωγειού. Η κουζίνα είχε ξέχωρη είσοδο, που άνοιγε στην αυλή. Το σπίτι ήταν βασικά ένα μακρινάρι κάτω κι ένα μικρότερο πάνω. Η σκάλα, απότομη, πέτρινη με ξύλινη κουπαστή, σε λουλακί χρώμα όπως και τα παράθυρα. Εκεί ζήσαμε τέσσερα χρόνια.
          Από τα πανύψηλα μπλε κάγκελα, όπου γαντζωνόμουν συχνά, παρακολουθούσα την κίνηση στον δρόμο μέχρι κάτω. Εκεί είδα τον Μελή πρώτη φορά. Και τρόμαξα. Στα πέντε μου, ο Μελής φαινόταν τεράστιος παρότι καμπούρης και κουτσός. Μια μαύρη παρουσία, ακαθορίστου ηλικίας, με ράσο καντηλανάφτη. Φωνή βραχνή, δυνατή, σαν οδυρμός. Ακολουθούσε κατά πόδας τον πατέρα που γύριζε από το καφενείο. Μια σπαραχτική κραυγή σαν μοιρολόι σημάδεψε τον χρόνο και την παιδική μου μνήμη ανεξίτηλα.
          - Δάσκαλε, με δέρνουν, δάσκαλε θύμωσ’ τους, δάσκαλε βοήθεια!
Αυτά ήταν τα πρώτα αλλά και μοναδικά λόγια που άκουσα ποτέ από το
στόμα του. Κι όσες φορές τον αντίκρισα ή τον άκουσα, στον δρόμο, αυτά έλεγε. Τα ίδια. Λόγια που τρυπούσαν την παιδική μου ισορροπία ανελέητα και
άφηναν σημάδια.
          Κι ο πατέρας; Γιατί ο πατέρας δεν έκανε κάτι; Γιατί δεν τον σώζει από
τους κακούς που τον κυνηγούν; Και γιατί κάποιοι τον χτυπούν; Πού είναι οι
γονείς του; Νόμιζα πως ο πατέρας ήταν πολύ δυνατός, γι’ αυτό ο Μελής κατέφευγε κοντά του. Μια μικρή περηφάνια, ανάγκη για ασφάλεια και σιγουριά
που ικανοποιούσε η παρουσία του πατέρα, ήμουν πρόθυμη να τη μοιραστώ με
τον δύστυχο άγνωστο που σπάραζε απελπισμένος. Μα η σπουδαιότητα του
πατέρα κλονίστηκε. Αν δεν μπορεί να συντρέξει τον Μελή, πώς θα προστατέψει εμάς;
          Όσο ζούσαμε στο χωριό, τον έβλεπα, άκουγα τη φωνή του και πεταγόμουν στο παράθυρο, στα κάγκελα, να δω πού πάει. Η μορφή του έσβηνε στο τέρμα του δρόμου. Δεν μάθαμε ποτέ πού ζούσε και γιατί είχε γίνει ο παλαβιάρης του χωριού όπως τον έλεγαν. Οι μεγάλοι μπορεί και να ήξεραν αλλά δεν μιλούσαν γι’ αυτόν. Στην εκκλησία τις Κυριακές κοίταγα να δω μήπως έρθει, φορούσε μαύρο ράσο ως κάτω, άρα του ταίριαζε η εκκλησία, θα μπορούσε να ήταν παπάς ή ψάλτης. Δεν ερχόταν όμως ποτέ. Το 79 γυρίσαμε στην πόλη. Κατά καιρούς ερχόταν στη σκέψη μου σαν μακρινή ανάμνηση, αλλά επειδή ήταν οδυνηρή, την απωθούσα. Ναι, τον εγκατέλειψα τον Μελή μου, γιατί με περίμενε μια εφηβεία πιο ταραγμένη απ’ όσο μπορούσα να φανταστώ.
          Το πρόσωπό του δεν το θυμάμαι ακριβώς. Αρκετά χρόνια αργότερα, βρήκα στις προσωπογραφίες και στα σκίτσα του Κόντογλου, τον Μελή. Αγριεμένο και άγιο. Σαλεμένο, πονεμένο. Και τον αγάπησα βαθιά, με τον ίδιο πόνο που ένιωθα τότε μικρό παιδί. Με ενοχή, γιατί δεν μπόρεσα στα πέντε ή στα εφτά μου να τον παρηγορήσω. Να του δώκω ένα ποτήρι νερό, να τον προστατέψω από αυτούς που τον χλεύαζαν και τον απειλούσαν. Ακόμα και τώρα, ανησυχώ μήπως ο Μελής ήταν άγιος κι εγώ όπως κι όλοι ot άλλοι, με το φτωχό μυαλό μας, δεν κατανοήσαμε την αγιότητά του.
          Οι παιδικές αγάπες όμως προδίδονται. Ο Μελής έγινε μια οφειλή που δεν ξοφλήθηκε. Ένα ποίημα που δεν γράφτηκε. Μια ιστορία που δεν ειπώθηκε, Ένας άνθρωπος που δεν αγαπήθηκε. Άραγε οι Μελήδες ανάμεσά μας τάχτηκαν να θυμίζουν την πρωτόγονη εικόνα μας; Ή μήπως βρίσκονται μες στον κόσμο ως σύμπτωμα της παθολογίας μας; Πάντως, όσο τους συναντάμε, πάει να πει, κάποιοι κάπου γράφουν ποιήματα και δακρύζουν κρυφά.
          Πότε γεννήθηκε, πότε πέθανε, ποιος τον φρόντιζε, γιατί τον πείραζαν οι συγχωριανοί του, αναπάντητα ερωτήματα που στέκουν μετέωρα. Αν προσευχηθούμε κάποτε θα ’ναι για τους ανθρώπους που μας τρομάζει η οδύνη τους, που σημαδεύει την ανεμελιά μας, για τους ανθρώπους που διασχίζουν την όρασή μας ως εσταυρωμένοι. Ο Μελής κιόλα ταυτίστηκε με το κομμάτι μου το κατατρεγμένο, το αδικημένο, το πανανθρώπινο. Και με το δέντρο που έπαιζα μικρή στον ίσκιο του, περιμένοντας πότε θα περάσει εκείνος. Ασήμαντο δέντρο, καλλωπιστικό, χαμηλό, κανείς δεν ξέρει τ’ όνομά του. Τον Μελή τον σκέφτομαι κάποτε όταν ακούω μουσική της θλίψης. Κι όταν ακούω ανθρώπους να κλαίνε. Κι όταν προσπερνώ βιαστικά περιθωριακούς ή άστεγους που βρομάνε απλυσιά. Μυρουδιά που πλησιάζει το λιβάνι. Οι απαρηγόρητοι αξίζουν διπλά τη μνήμη μας.
          Μια δεκαετία μετά, γνώρισα την Αρσένα. Μας λογιώτανε μακρινή συγγενής από την πλευρά της μάνας. Ποτέ δεν κατάλαβα τη συγγένεια. Την έβλεπα στην πόλη σε διάφορες φάσεις, με ένα μαύρο, σιδερένιο ποδήλατο απ’ αυτά που λέγαν τότε καρκαντά. Μακρυμάνικο πουκάμισο, φούστα μακριά ήταν πάντοτε τα ρούχα της, σε χρώμα καφέ ή μπεζ. Μαλλιά πιασμένα κότσο, φορούσε καφέ νάιλον κάλτσες ακόμα και το καλοκαίρι, σαν θεούσα. Ψηλή, λιγνή, μελαχρινή, με ελαφρύ βηματισμό. Λεπτά χείλη, μικρά μάτια, έξυπνα, φωνή κοριτσίστικη. Την πετυχαίναμε συνήθως σε εκκλησίες, έξω από γηροκομεία, στον κεντρικό δρόμο της αγοράς, κοντά στο δημοτικό παντοπωλείο, στην περιοχή της μητρόπολης. Λιγομίλητη αλλά πρόσχαρη. Πάντα ίδια. Τη χαιρετούσα, με αναγνώριζε. «Μοιάζεις στη γιαγιά σου τη μακαρίτισσα» μου έλεγε. Ακαθόριστη ηλικία. Απλώς μεγάλη, αλλά δεν μου πήγαινε να την πω κυρία. Αρσένα τη φώναζα. Όχι από αγένεια, όχι από θάρρος, αλλά γιατί η Αρσένα στη φαντασία μου δεν είχε βιολογική ηλικία. Ήταν σαν εμάς, παιδί, με μαλλιά όμως που σιγά σιγά γκρίζαιναν και την ομόρφαιναν. Μ’ άρεσε κυρίως να τη βλέπω από απόσταση, χωρίς να παίρνει είδηση. Η φιγούρα της, όμορφη, ιδιόμορφη, έγραφε ιστορία μες στην πόλη.
          Κάποτε την έβρισκα στο σπίτι όταν γύριζα από το σχολείο. Η μάνα της
έβαζε να φάει ό,τι έφτιαχνε. Ντολμάδες, τραχανά, φασολάδα, κολοκυθάκια.
Έπαιρνε λίγο και πεταγόταν να φύγει μόλις καταλάβαινε ότι ερχόταν σπίτι η
οικογένεια. Ζούσε και η μάνα της μαζί της, η οποία είχε γεράσει τόσο πολύ
που κανείς δεν ήξερε πια την ηλικία της. Κι ύστερα αυτή πέθανε και η Αρσένα κυκλοφορούσε πιο πολύ μες στους δρόμους. Συνήθως ποδηλατώντας ή πεζή, ειδικά τον χειμώνα. Το μυαλό μου την μυθοποίησε. Την κοίταζα με αγάπη.
Δεν ήξερα τι να της πω, δεν είχαμε τίποτε να πούμε. Τίποτε απολύτως. Κοιταζόμασταν όμως βαθιά στα μάτια. Για δευτερόλεπτα, για τόσο όσο χρειάζεται κανείς να μην πει ό,τι θα ήθελε.
          Μεγάλωσα όμως και φαίνεται ότι μεγάλωσε και η Αρσένα περισσότερο. Είχα ήδη τις πρώτες ρυτίδες και τις πρώτες λευκές τρίχες στο κεφάλι όταν
άκουσα το τέλος της.
          -Την πήγαν στο γηροκομείο του Δήμου. Δύσκολη περίπτωση, τους παιδεύει, δεν θέλει να κάνει μπάνιο. Βασανίζονται να την λούσουν και να την χτενίσουν.
          Η μάνα μου είτε πρόκειται για την ευτυχία, είτε πρόκειται για την οδύνη των άλλων, όλα καταλήγουν στην καθαριότητα. Και μερικούς μήνες μετά:
          -Πέθανε η Αρσένα... Ε, δεν άντεξε τόσο μπάνιο και τόση κλεισούρα!
          Δε μίλησα.
          Η Αρσένα μου έγινε μνημόνευση κάθε Κυριακή. Δε με νοιάζει αν πέθανε. Στη μνήμη μου η αποστεωμένη ποδηλάτισσα της ένδειας και της ευγένειας, γυρίζει μες στην πόλη, τρώει αντίδωρα για να χορτάσει, στις ανηφόρες σκύβει μπροστά, ο καρκαντάς της μεγαλώνει, μεγαλώνει κι η ίδια γίνεται κορίτσι, η Αρσένα είναι η πόλη μου. Γι’ αυτό κοντά στην ανάμνηση φωλιάζει και μια σκρόφα ενοχή. Γιατί δεν της είπα ποτέ μια τρυφερή κουβέντα;
          Εν τέλει δεν ξέρω από πού ξεσήκωσα αυτή την αγάπη για τους πεθαμένους μου. 0 κατάλογος με τα ονόματά τους μακραίνει. Φοβάμαι μην τους ξεχάσω. Σεργιανίζω στα νεκροταφεία και διαβάζω ονόματα, υπολογίζω χρονολογίες στους τάφους. Μ’ αρέσει που τα λεν κοιμητήρια. Ψήνω σιτάρι, καθαρίζω ρόδια, ανοίγω αμύγδαλα, είναι σημαντικό να χαίρονται κι αυτοί που τους θυμάται κάποιος. 0 θάνατος των αγαπημένων προσώπων θαρρώ μας κάνει πιο σεμνούς με τα πάθη μας, πιο οικείους με τη φθορά μας, πιο απαλούς με τους ζώντες. Κι ούτε ξέρω αν οι θρησκείες πέρα από τα ταφικά έθιμα και τη διατήρηση μιας στοιχειώδους μνήμης ή απόδοσης τιμής, προτρέπουν για άλλου είδους επικοινωνία. Αυτό που ξέρω είναι η εμμονή και η σχεδόν ανόητη πεποίθησή μου ότι μας βλέπουν. Μας παρακολουθούν όπως βλέπει κανείς τηλεόραση. Ελπίζω μόνο ο Μελής και η Αρσένα, όπως και η Βάια, ο Οδυσσέας, η Ελένη, ο Λεύκιος, ο Ηλίας, ο Μίλτος, η Σοφία και άλλοι πολλοί φυγόντες να βλέπουν το σήριαλ που παίζει κι η αφεντιά μου. Τουλάχιστον τα βασικά επεισόδια.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΡΤΑΣ






ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



ΕΦΗΒΙΚΑ ΔΑΚΡΥΑ ΣΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ


Εκεί που κατακρημνίζομαι
για ν’ αποδείξω πως υπάρχω
παρακαλώ σπαρακτικά για λίγο φως

τα δάχτυλα χορεύουνε
στις όχθες μιας αρχαίας μαχαιριάς 
προσμένοντας λίγη ακόμα οδύνη 

μπήκε ο χειμώνας παγερός
ίδιος προάγγελος θανάτου 

μαύρο το χιόνι μου χαϊδεύει τα μαλλιά
εκεί που χάνομαι βουβός μες στο ποτό μου

ό,τι έπιασα μου γλίστρησε απ’ τα χέρια
κι έγινε ύπνος βαθύς
σε απύθμενα πηγάδια

Ποιά σκέψη θα τους έρθει πρώτη στο μυαλό
όταν με βρουν κοκαλωμένο
στο ανεμοδαρμένο μου κρεβάτι;



Η ΑΝΟΙΞΗ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕ ΕΡΗΜΗΝ ΜΑΣ


Σου ζήτησα να διαλέξεις προορισμό
κι εσύ μου έδεσες τα μάτια
μ’ ένα σκουρόχρωμο φουλάρι 
η φωνή της Patti Smith
έκανε πιο φιλόξενα τα χέρια σου
τα ‘χες αφήσει πάνω μου αδέσποτα
να σπέρνουν δίψα και γαλήνη
το δωμάτιο μύριζε υγρό δέρμα
ριχτήκαμε σ’ έναν γρήγορο χορό
σαν δυο νιφάδες
μαγεμένες από απρόβλεπτους ανέμους
μέσα σου
γεύτηκα του λυκαυγούς τον καλπασμό 
το δωμάτιο μύριζε σαλπάρισμα
είπες πως είσαι κουρασμένη 
κι έτσι η άνοιξη αναχώρησε ερήμην μας.




ΚΑΙ ΕΙΠΑ ΛΕΞΕΙΣ ΛΥΡΙΚΕΣ


Και είπα λέξεις λυρικές κάτω από άθλια ξενύχτια 
για να ραγίσω την ταφόπλακα που ρίξαμε στα στήθη μας.  
Χώθηκα πάλι στα σεντόνια σου
γυμνός και μεθυσμένος
κάτι μου ψιθύρισες στ' αυτί
εγώ παραληρούσα 
τα δόντια σου βουλιάξανε στα χείλη μου
μια βρώμικη ανάσα μας αγκάλιασε  
μας έστειλε να μείνουμε σε σπίτια χωριστά
ο έρωτας απανθρακώθηκε μαζί με τα τσιγάρα που κεράσαμε
ήταν κι αυτός μια μαριονέτα στα χέρια του ναρκισσισμού μας. 




ΑΛΑΡΓΙΝΗ


Η σωτηρία μου εξανεμίζεται κάτω από αιχμηρές αλήθειες
μα εγώ κρατώ το αγαπημένο σου λουλούδι
και από μέσα μου αναβλύζει ένα φως εκστατικό.

Έζησα για τις ώρες
που η φωνή σου πάγωσε την άμμο στην κλεψύδρα μου.
Βλέπω το γελαστό σου πρόσωπο σε μια φωτογραφία
έτσι μαθαίνω περισσότερα για το δικό μου γέλιο.

Το γέλιο μου ψυχορραγεί 
εσύ μου λες να το αγαπώ
και σε πιστεύω 
αλαργινή μου αγαπημένη.


ΚΟΧΥΛΙ


Πεθαίνω σ’ έναν τόπο μακρινό
και χαιρετώ το φως μ’ ευγνωμοσύνη                                                                                        
ήμουν ένα κοχύλι σε τούτη την απόκοσμη ακτή 
που πάνω του γαντζώθηκε των φόβων η αρμύρα.

Τώρα που τραγουδώ το ύστατο αντίο
δίπλα μου θέλω φάτσες γελαστές
για να ξεχνώ πως το σκοτάδι πότισε  
τον κήπο της ψυχής μου

οι παπαρούνες στα λιβάδια θα μαραίνονται     
κι εγώ τα μάτια μου θα κλείσω τρυφερά
θα μείνω ξένο σώμα μέσα σ’ ερείπια παλιά  
και σε τετράδια ξεχασμένα.

Πεθαίνω σ’ έναν τόπο μακρινό                                                                                                      
κι ένα θαμπό αστέρι θα κρυφτεί μες στο παλτό μου                                                                 
θαμπό σαν την αλήθεια μου
τι να μου κάνει ο θάνατος αφού ποτέ δεν έζησα σ’ αυτό το αχρείο σώμα;




ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΗ


Η γειτονιά ερήμωσε   
θολώσαν από εγκατάλειψη τα τζάμια   
το φεγγάρι φτύνει πάνω μου 
κουρελιασμένες υποσχέσεις 
κι έχω τραβήξει όλα τα βλέμματα τυχαία.

Κουβεντιάζω με αποδημητικά πουλιά 
μέσα σε ρούχα που μυρίζουν ναφθαλίνη     
κατάκοπος μεθώ απ’ την αιμορραγία 
κάποιας παλιότερης ζωής.

Σκάψτε μια τρύπα
να χύσω μέσα δάκρυα και φιλιά
σαν ξημερώσει θα σας χαιρετώ
λέγοντας ψέματα πως πάλι θα συναντηθούμε.




ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΜΑΡΜΑΡΩΝΟΥΝ ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ


Αφήνω στοχασμούς και αναμνήσεις
να κείτονται σ' ένα πολύβουο παζάρι 
μη με ρωτάς τι θ' απογίνω
βάστα μονάχα την πνοή μου
για να μην πέσω στο γκρεμό.




ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ


Κάθε που τελειώνει ο Σεπτέμβρης 
αυτοεξορίζομαι σ' εκείνο το αβέβαιο όνειρο 
που τρύπωσα κρυφά σ' ένα απ' τα δειλινά σου.

Εσύ με καλωσορίζεις κι ύστερα ενώνουμε τα βήματά μας,
αναριγούμε σύγκορμοι,
η λησμονιά φυλλορροεί στο άκουσμα των στεναγμών μας
και τα πυρακτωμένα αγγίγματα γίνονται η πιο γλυκιά πατρίδα.
Πλαγιασμένοι στο ίδιο κρεβάτι ονειρευόμαστε ότι πετάμε πάνω απ' τη φωτισμένη πόλη    
- τόσο ειδεχθής μας φαίνεται η αλήθεια -   
και κάπου εκεί εσύ αφήνεις το χέρι μου, 
απομακρύνεσαι,
γίνεσαι ένα με τ' ανθισμένα αστέρια, 
ένα με το αβέβαιο όνειρό μου.

Γεννήθηκες για να 'σαι ανυπέρβλητη.

Σαν ένα άρωμα από στίχους που δεν έγραψα ποτέ...   




Ο Χρήστος Κάρτας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1993 στην οποία και ζει. Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Δασολογίας & Φυσικού Περιβάλλοντος του Α.Π.Θ. Δεν έχει ακόμη εκδώσει κάποια ποιητική συλλογή, ωστόσο ανέκδοτα ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.  

ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ













ΜΑΡΕΡΜΑ  (2016)


 

Μάρερμα


Μάρερμα
Παλιό ξεχασμένο φυλαχτό των Ίνκας
Μάρερμα
Χάδι βαμμένο με βερνίκι λατρείας
Μάρερμα
Αρμύρα που καίει το βράδυ τα χείλια
Στενεύω τον κόσμο να γίνει ευθεία
να τον ταξιδέψω με μία ταχεία
Αέρας η ζωή

Ώρα την ώρα χάνουμε χρόνια
Φιλί φιλί γινόμαστε παλιοί

Μάρερμα
Γεύση κορμιού στο χώμα
Μάρερμα
Γραμμή πρωινού στου πόνου το χρώμα
Μάρερμα
Χρυσό δαχτυλίδι με πέτρα την τύχη
Σκαλίζω τον κόσμο να γίνει δυο στήθη
ν’ ακουμπήσω μια νύχτα τα χείλη
Δωσ’ μου ζωή.



Ισοπέδωσε


Ισοπέδωσε τον ουρανό
να γίνει ένα με τα πέλματα
για να πλέουνε τ’ αστέρια
σε πελάγη παραπατήματος

Ισοπέδωσε τα χείλη
για ν’ αποκτήσει το φιλί
την αιωνιότητα του παρθένου
και την αγνότητα του πρώτου

Ισοπέδωσε τον μαστό του ηφαιστείου
να μη χαθεί το γάλα της γης
στην έκρηξη της λίμπιντο
και τη μητρότητα της πέτρας

Ισοπέδωσε τον έρωτα
να γίνει ένα με το χώμα
για να μείνει ο πόνος ξεχασμένος
κάτω από τις πέτρες.




Σκουριασμένα λεωφορεία


Τα χέρια μου βασανίζουν οι εικόνες της χειρολαβής
σε σκουριασμένα λεωφορεία παγωμένης ασφάλτου

Την εκατοστή φορά που μέτρησα τα δέντρα
από τα τζάμια
ήταν για να μοιράσω τη ζωή μου
σε στοιχίες Σεπτέμβρη και Απρίλη

Την τελευταία φορά που μέτρησα βιτρίνες
ήταν για να δω αν η ζωή μας
χωράει σε μπλε και πράσινους λαμπτήρες

Τα χέρια μου βασανίζουν εικόνες
από ρόζους κουρασμένου τιμονιού
σε σκουριασμένα λεωφορεία παγωμένης ασφάλτου

Την εκατοστή φορά που βγήκα από τον δρόμο
ήταν για να δω αν η ζωή μας
αντέχει στην ολισθηρότητα της πέτρας

Την τελευταία φορά που γύρισα τιμόνι
ήταν για να δω αν η ζωή μας
μετριάζεται στη δύναμη της πέτρας.




Αναγέννηση


Πίσω από τα κινούμενα σύννεφα
προβάλλει ένα χέρι
που κουβαλάει τα δάκρυα των αιώνων
και τα ρίχνει στη γη βροχή

Για να καθαρίσει αυτός ο τόπος
χρειάζεται λυγμούς
και χέρια πονεμένα να τον ζωγραφίσουν
αναπαρθενεύοντας τα χρώματα και την έκφραση

Η γη χρειάζεται ζεστή φωλιά
για να κρύψει τα νεογνά της
μέχρι το πέταγμά της να αγγίξει τον ουρανό

Θυμάμαι κρύες σελίδες χειμωνιάτικου βιβλίου
να ζητούν τον έρωτα μιας περασμένης εφηβείας
αλλά όχι χαμένης
μέσα από άυλα σώματα
που ' χαν μονάχα ένα φως στο κέντρο

Δάχτυλα να αντιστέκονται στην ορμή του
και να αφήνονται

Αυτό το ποτάμι χρειάζεται Έρωτα
για ν’ αγκαλιάσει τη θάλασσα.




Ο έρωτας


Ο έρωτας
Μικρό κοχύλι ψημένο από την άρμη
Κλεψύδρα που της κλέψανε τον χρόνο
Κόκκοι που καθρεφτίζουν την οικουμένη
Ηχώ που λησμονάει τον εαυτό της

0 έρωτας
Λιοπύρι από παρθενικά τζιτζίκια
Τραγούδι από μήτρα ξεχασμένη
Πορφύρα από ξυπνημένο αίμα
Φλέβες σχηματισμένες στις ρίζες της γης.




Όταν κοιμάμαι


Όταν κοιμάμαι,
χάνω κάτι
από το μισό του φεγγαριού,
το καθαρό πρόσωπο της Οικουμένης
από το άλλο μισό που κρύβει τα σκοτάδια της
από τις γραμμές των αστεριών
που δρομολογούν τις ευχές μας
από το λυκαυγές που χαράζει στα μάτια των ελαφιών

Όταν κοιμάμαι
ξυπνούν μέσα μου οι σταματημένες μέρες
και πιάνονται μαζί στο γαϊτανάκι
ακτίνες στον κύκλο των καθαρών μου χρόνων

Όταν κοιμάμαι
κινούν οι άσπροι καβαλάρηδες
ν’ αφήσουν τα χνάρια τους στη γη μου

Όταν ξυπνήσω την έχουν διατρέξει όλη
και τώρα,
χαρίζουν τ’ άσπρα τους άλογα

Στο σήμερα.




Κυριακή 11/1


Στο στέρνο της μέρας
το ανάγλυφο των στιγμών της
Χρόνος επιούσιος
μιας αιωνιότητας φαεινής
Στίλβη των δυς
Νίκη των ευ

Στα δάχτυλα της μέρας
ζυγιάζονται οι αετοί της
Λίγο πιο ψηλά στις ασίκικες βουνοκορφές της
λίγο πιο βαθιά στον στόχο του κέντρου της

Στο μέτωπο της μέρας
λιώνουν οι πυρετοί της
Καημοί μιας αργοπορημένης ευτυχίας
λιοπύρια μεσημβρινού πόθου

Στα χείλη της μέρας
διψούνε οι λέξεις της
αναζητώντας την αρμονία της σύζευξής τους

στα σημαινόμενα των ονείρων μας.