ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ






ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ  (2017)



Τα μικρά αναλαμβάνονται στον ουρανό.
Τρυπούν το θόλο του με φόρα και σκάζουν
σα μπουμπούκια στον παράδεισο.
Της αλφαβήτου.


ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ


Σε διαδρόμους του απείρου
τριγυρνάς ατέλειωτες νύχτες.
Ξαγρυπνάς και ντύνεσαι
τον άγγελο που θα είσαι
με διαβατήρια φτερά πουλιών
που μάδησαν στα χέρια σου,
για να τα ζωντανέψεις.

Από αυτά στους διαδρόμους
να δέσεις εικόνες, όπως τα δέντρα καρπούς,
γυρνώντας τες πάλι πίσω στη γη.

Η δουλειά σου αυτή.



ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΑ ΕΘΙΜΑ


Ρίχνει στη χύτρα όλο μαζί το στάρι.
Τα σύμφωνα μετά.
Τα ’χει μουσκέψει αποβραδίς
στα όνειρα της μνήμης.
Τα ανακατεύει ελαφρά για να υποταχτούν
στων φωνηέντων την αιμάτινη γενιά,
τη φύτρα της φωνής.

Σε άσπρη πετσέτα στεγνώνει το στάρι
από τα δάκρυα.
Τα καρυκεύει με θαυμαστικά,
τελείες, εισαγωγικά και άλλα
στίξεως σημεία.
Τα σερβίρει στο ιβουάρ τραπεζομάντιλο
της άγραφης σελίδας.

Τηρώντας τα κατά παράδοση διαβατήρια έθιμα
τα μοιράζει σιωπηλά όπως η μάνα την ανάσταση
κεράκια αναμμένα
για τους κεκοιμημένους.




ARIEL


                        «εξ αλλοτρίωνε ποθέν ναμάτων
            διά της ακοής πεπληρώσθαι με δίκην αγγείου»
                                    ΦΑΙΔΡΟΣ

Ας μας πάρει απόψε ο χορός των νυμφών.
Το ασημένιο νερό, το φεγγάρι,
η δροσιά των βουνών ας μας πάρει,
το σπίθισμα των αστεριών,
η γλυκιά μουσική των βουνών.

Στην πατρίδα σου αυτή του βορρά
όλα στο φώς της γυαλίζουν.
Ας μάς πάρει κι η θλίψη μαζί,
στην υγρή αγκαλιά της η λίμνη
και η σκουρόχρωμη γη.

Οι γραμμές του ορίζοντα
είναι του δικού σου προσώπου γραμμές.
Μέσα εκεί λιγοστεύει το φως και με σφίγγει.
Ας μη πάρει και μένα, ας γίνω δαυλός, να καώ,
να φωτίσω κι εγώ την πνοή σου.



ΠΑΙΔΙ


Δεν αγαπά καμία δράση.
Του αρέσει να βλέπει, να παρατηρεί,
να γνωρίζει και να νοιώθει.
Αυτό του είναι αρκετό για. να ζει.
Είναι ολόκληρη η ζωή.

Οι μεγάλοι όμως άλλα νοιώθουνε
κι αλλιώτικα είναι τα λόγια τους.
Συσκοτίζουν, θολώνουν και παραπλανούν.
Αντί για εξηγήσεις γεννάνε απορίες.

Του φαίνονται λοιπόν παράταιρα τα λόγια
κι αναντίστοιχα.

Ακόμα το ίδιο προσπαθώ.
Αυτά να συνταιριάσω.



ΑΝΕΦΙΚΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


Κανέναν δεν ξεπέρασε.
Αυτοί την προσπεράσαν.
Γραμμή σβησμένων εραστών.
Kι ακόμα ελπίζει πώς κάπου θα ’ναι ο έρωτας.
Πως κάπου βρίσκεται κοντά και πλησιάζει.
Είναι, όπως της έταζε μικρή ο παππούς γεμάτος γνώση,
να, εκεί, πίσω από το δάσος έρχεται κι όλο κοντοζυγώνει,
το πανηγύρι τού χωριού και θα λαμπρύνει ο τόπος.

’Ελπίζει ακόμα η μισή,
μα δεν την αφήνει η γνώση.



[Στο βάθος μου τα λόγια καρφωμένα]


Στο βάθος μου τα λόγια καρφωμένα
και των φίλων μου τα ονόματα.
Όλα ελληνικά.

Ποιητές, στρατιώτες του ήλιου,
συντηρητές της μνήμης,
σας καλώ ονομαστικά να συνταχθείτε
στων αρχαίων κειμένων τις γραμμές
που με σημαδεύουν
από το βάθος τού απέραντου χρόνου.



«ΚΝΙΔΙΑ» ΑΦΡΟΔΙΤΗ


Κάθε βράδυ
κοιμάται στο μουσείο
μες στην αδιατάρακτη ακινησία της
η «Κνιδία» ’Αφροδίτη.
Καμιά στο μέτωπό της τύψη.
Κι η τέλεια γραμμή των παρειών
ανέγγιχτη κι ο κυματισμός των μαλλιών.
Συνωστισμός αιώνων στων ματιών την προσήλωση.
Ζηλευτή ωραιότητα,
πόθος ανδρών
.
Όλα τα δίνει για μία δόνηση
απ’ τού κορμιού το πολύβουο πανηγύρι.



ΠΟΙΗΤΕΣ


            «λόγος δυνάστης μέγας εστίν, ός σμικροτάτω σώματι
                        και άφανεστάτω  θειότατα έργα αποτελεί»
                                    ΓΟΡΓΙΟΥ «Ελένης Εγχώριον»

«Κάθε νύχτα ακροβολιζόμαστε στους αιθέρες
με τις αισθήσεις τεντωμένες χορδές.
Κουρδίζουμε λέξεις λιγνές, αέρινες
στην αρμονία του σύμπαντος,
να διορθώνουμε τα φάλτσα της γης».

Γι’ αυτό ξεριζώνω γράμματα και λέξεις
και τα ζεσταίνω στον κόρφο μου,
ώσπου να βγάλουν ρίζες εκεί
και να μου παραδοθούν
με όλα τα μυστικά τους.



ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ


Όχι εκείνη των γιατρών, όχι των καρδιολόγων.
Αλλιώτικη ανεπάρκεια.
Θαμπώνει την αγάπη,
θολώνει την αστραφτερή διαύγεια του κόσμου.
Στο τέμπο της ασίγαστο κενό
την κάνει βουβό αστέρι,
την κάνει αγάπη ανεπαρκή,
αδύναμο αλητάκι.

Αγαπημένη Ποίηση,
θρέψε το αλητάκι μου
να δυναμώσει μία σταλιά,
να γίνει σαν το νου μου,
πού δρασκελάει τους ουρανούς
με προσφιλή ποιήματα στη σκέψη μου αλτήρες.


ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΣΕΝΟΓΛΟΥ













ΜΕΛΑΓΧΟΚΑΙΡΙΑ  (2017)



Η ΠΙΣΩ ΑΥΛΗ


Τον ήξερα από τότε.
Έμενε στις γειτονιές εκείνες με τα σπίτια που βούλιαζαν
στην πραγματικότητα.
Κάποτε ζωγράφισε μια καταπακτή στο πάτωμα
του δωματίου του.
Ήθελε να έχει έναν τρόπο διαφυγής-έλεγε.
Κάποιο μυστικό πέρασμα που να τον βγάζει στην πίσω αυλή.
Εκεί όπου η υπομονή είναι παλιοσίδερα
κι οι προσευχές, γεμάτες ανακρίβειες, όπως πρέπει να είναι
οι προσευχές των ανθρώπων.
Όμως, τώρα
περισσότερο τον ενδιέφερε για ένα ρολόι που είχε ακούσει.
Κάποιοι που ο πόνος τους ήταν αυτοδίδακτος μιλούσαν γι αυτό.
Ένα ρολόι δίχως λεπτοδείκτη ή ωροδείκτη
που στο κέντρο του στρογγυλού πλαισίου του
έχει καρφωμένο ένα καρφί
κι ένα μολύβι δεμένο στην άκρη ενός σπάγκου.
Διαλέγεις μόνος σου την ώρα εκεί
-οι συμβουλές σ 'αυτήν την αυλή δεν έχουν πέραση.
Την σημειώνεις
κι αμέσως αρχίζει μια ψιλή βροχή.



ΜΕΛΑΓΧΟΚΑΙΡΙΑ


Πόλη στα χρώματα της σκόνης.
Στέγες από λαμαρίνες, κρουστά των ανέμων.
Κάτι είπε μέσα απ' τα δόντια του ο ουρανός
κι ύστερα στυφός
έριξε κέρματα μπρούτζινα μια δυνατή βροχή.
Βρόντος.
Κανείς δεν άκουγε τον άλλον τότε
κι έτσι γλιτώναμε.
Μα όταν τέλειωνε η μπόρα
τη σιωπή έσφαζε η φωνή κάποιου πλανόδιου
-τροχιστής του γέλιου-που περνούσε έξω απ' τα σπίτια.
Άνθρωπος απαραίτητος.
Κι οι μανάδες,
που τάχασαν όλα γιατί έπρεπε να ζουν αντί να ονειρεύονται,
μόλις τον άκουγαν,
τινάζονταν πάνω κι έψαχναν με μανία τις τσέπες τους.
Και τότε,
τα σπίτια έκαναν, θαρρείς, μαύρες σκέψεις,
πήγαιναν έρποντας μέχρι την άκρη του γκρεμού
και στέκονταν εκεί, με την εξώπορτα στο κενό.
Τα παιδιά ξεκινούσαν να κάνουν τον σταυρό τους
μπροστά στα ρημαγμένα παράθυρα με τη θέα,
όπως τα μάθαμε,
τρία δάχτυλα στο μέτωπο
-εκεί που τους έπρεπε το φιλί που θερμομετρά-
και προσεύχονταν να φύγει ο πλανόδιος, να τελειώσει η μέρα,
να γυρίσουν τα σπίτια στη θέση τους.
Οι υπόλοιποι
λέγοντας από μέσα μας: αν μπορούσα· μουλιάζαμε τη θέληση
και στους τοίχους απλώνονταν μια υγρασία ζωγραφική.
Έτσι χαζεύοντας τους τοίχους, γλυτώναμε πάλι.
Κανείς ποτέ δεν μας εξήγησε.
Ώσπου.
Γίναμε σιωπή.
Οι τροχιστές άλλαξαν δρομολόγια.
"Εκεί" έλεγαν, δεν καταδέχεται πια κανείς να γελάσει.
0 καιρός πέρασε.
Δεν άφησε ίχνη.
Δεν έτρεξε αίμα.
Οι μέρες τώρα, ηλικιωμένοι που ακουμπούν το πηγούνι τους
στην λαβή του μπαστουνιού.



ΕΚΜΑΓΕΙΟ


Τακτοποιείς ό,τι απέμεινε,
τίποτα το εξ αίματος, μόνο μερικά προσωπικά αντικείμενα,
ίσα για να φυλάνε το δωμάτιο απ' τα χέρια της απουσίας.
Το σακάκι που κρέμεται από μέρες στο χολ, μάρτυς αψευδής.
Μια φωτογραφία, χωρίς να την πιάσει κανείς,
γεμίζει δακτυλικά αποτυπώματα.
Διαφαίνονται επισκέψεις.
Από κάποιο παιδί πέφτει ένα γέλιο και σπάει.
Κανείς μας δεν πατάει τα θρύψαλα,
για να μην προδοθεί, για να μην προδώσει.
Η μέρα έξω, υποδυόμενη την περαστική, χαιρετάει με απάθεια,
φριχτότερη μεταμφίεση δεν έχει.
Να ξέρεις:
οι μνήμες κατεβαίνουν τις νύχτες στις πολιτείες και κάνουν
ανταρτοπόλεμο.



ΔΙΧΩΣ ΑΜΦΥΤΡΙΩΝΑ


Να οργανώσουμε μια φορά ένα μεγάλο τραπέζι, γιορτινό,
με άσπρα πλαστικά πιάτα και ποτηράκια,
με λεκιασμένα τραπεζομάντηλα
και βάζα γεμάτα ψεύτικα λουλούδια πολύχρωμα.
Να έρθει όλη η “πόλη",
καλοντυμένη με επίσημο ένδυμα, λευκό ή μαύρο καλύτερα.
Να καθίσουμε γύρω του με αλφαβητική σειρά, δίνοντας ψεύτικα ονόματα,
και αφού απομακρύνουμε, καθώς πρέπει, τους αγκώνες απ' το τραπέζι
να φάμε ο ένας τον άλλον με το μαχαιροπίρουνο



ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Ιδιόλεκτος υπάρχει ο τόπος.
Παράγουν ομοιομορφία πεθαίνοντας τα ενδεχόμενα.
Χρειάζονται αποθέματα τρυφερότητας και ο τρόπος,
για να αντιγράψεις
τα ηλεκτροφόρα σύρματα με χορδές κοντραμπάσου.
Θα πρέπει βέβαια, κάθε τόσο να είσαι εκτός θέματος,
μια μέρα ξεκάθαρη, ανάμεσα σε φωταγωγημένες επιγραφές.
Ακατάδεκτος,
να επιστρέφεις το κρασί της αναίτιας γιορτής στο σταφύλι.
Να μη γυρεύεις την κομψότητα των λέξεων
παρά καλύτερα την απόσταση ανάμεσά τους.
Να κλείνεις ένα ένα τα υποκαταστήματα της λύπης.
Δεν θα 'ρθω μαζί σας-να λες
πρέπει να ανασύρω το πιο καλά κρυμμένο χρώμα.
Έξω να έχει σύννεφα μαύρα
κι εσύ για σύνεργο έναν ήλιο κατάματα
(μες στα καπάκια των κλειστών σου ματιών, εκείνο το κόκκινο.)




ΛΙΓΟΤΕΡΟΣ ΤΟΠΟΣ


Έσπρωχνε ένα παιδικό καρότσι που 'χε πάνω του
προσαρτημένο κάποιο μακρόστενο χαρτοκιβώτιο.
Ήταν δεν ήταν ένα μέτρο ψηλός.
Παιδί με βλέμμα γυαλιστερό για μεροκάματο.
Τι παράδοξο που ήταν το βλέμμα του...
Αχειροποίητη θλίψη δίχως ίχνος παιδικότητας
να πλησιάζει λαίμαργα ένα κάδο-θηρίο ελπίδας.
Στρώθηκε αμέσως στη δουλειά.
Άρχισε να ξεκοκαλίζει τον κάδο για κέρδος, όπως
κάποιος που ξέρει να τρώει το ψάρι.
Η άσφαλτος άχνιζε σαν μαγειρείο, ένα λεωφορείο
δίπλα του ξεφύσηξε μπαϊλντισμένο
στα παράθυρά του αστραποβολούσε η αφηρημάδα
του μεσημεριού.
0 ήλιος έπεφτε τώρα κατακέφαλα.
Ένας άδειος τενεκές από φέτα,
τον ακούμπησε κάτω και με το πόδι γυμνό στη σαγιονάρα,
άρχισε τα χτυπήματα.
Τσαλακωμένα τα τρόπαια πιάνουν λιγότερο χώρο.



ΜΕΛΑΝΙ ΣΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ


θυμάμαι
πως είχα γονατίσει από την πείνα.
Γύρω μου μαζεύτηκαν μερικοί ποιητές.
Ένας απ' αυτούς, ο πιο θαρραλέος,
έκοψε μια φέτα απ' την λέξη : "ψωμί"
και μου έδωσε.
Ξέρεις ποιο είναι το πιο παλιό ψέμα πάνω
Η αλήθεια.



ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ



Σερνάμενος σε ωράριο καταστημάτων ή καταστάσεων.
Ένας αστός, προλετάριος στρογγυλέ μένος και ασαφής,
αγοράζει συσκευασμένη νοημοσύνη ένθετη
στων εφημερίδων την άπνοια.
Λίγα σκουληκιασμένα κεράσια στον πάτο ενός τεράστιου
καλαθιού.
Ένας νέος που έχει κάτι να πει
το αφήνει ενέχυρο σε μια παρέα που πουλάει συνθήματα.
Στο σημείο αυτό προτείνω πάντα να φύγουμε,
όμως κανείς δεν σαλεύει.
Συνεπώς: η πραγματικότητα δεν έχει αποσκευές.




ΠΟΙΗΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΜΗ


Έκοψε τον λαιμό του στο ύψος του γιακά, με μια ευθεία βαθιά τομή.
Κατόπιν άφησε το κεφάλι του στο κομοδίνο,
όπως αφήνει κάποιος ένα ξυπνητήρι που μόλις έκλεισε,
πήγε και στάθηκε μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο.
Τεθλασμένος, μια αχτίδα ξέπνοο φως, με τριμμένους αγκώνες
άρχισε να απλώνει στο σπίτι το μελανό νήμα του.
Από πάνω προς τα κάτω, διαγώνια και κάθετα.
Αρματούρα που βάλθηκε να τυλίξει πάνω της το άφτιαχτο.
Λίγο πριν
μες το θυσιαστήριο κεφάλι του, το έντομο που τρώει το ζητούμενο
του έλεγε:
"Σβήσε το φως σου και κοιμήσου, τον ακοίμητο τον παίρνει η λύπη".



ΣΚΕΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ


Όλα τέλειωσαν τώρα.
Ησύχασε.
Οι εναπομείναντες θα συγυρίσουν το σπίτι.
Θα ελέγξουν τους διακόπτες, τις προειδοποιητικές λυχνίες,
το ενδεχόμενο κάποιας διαρροής...
Θα βεβαιωθούν ότι όλες οι πόρτες και τα παράθυρα σφάλισαν.
Τέλος,
μια προσεχτική περισκοπική ματιά
κι ύστερα ο ήχος της πόρτας που κλείνει.
Έξω
η σκάλα θα τρίξει για τελευταία φορά, στο γνωστό σημείο,
μα την επίκλησή της αυτή θα την σκεπάσουν οι ομιλίες.



ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣΤΟΡΕΜΑΤΑ


Χρωστούσε κάμποσα νοίκια.
Πελάτης στο εργαστήριο δεν πατούσε εδώ και καιρό.
Η μόδα άλλαξε, οι συνήθειες...
Σήμερα όμως ήταν μια μέρα διαφορετική,
Πάνω στον πάγκο του είχε: ένα χαμόγελο ανύποπτο.
Σπάνιο- όπως έλεγε.
Καλός μάστορας, με μάτια τυραννισμένα απ την λεπτοδουλειά,
όλη την μέρα θα το επισκεύαζε.
"Είναι στα αλήθεια αυθεντικό" μονολογούσε, καθώς το σήκωνε κάθε τόσο
στο φως.
Και να, έσκυβε πάνω του ξανά, προσεχτικά, επιδέξια, λες κι ήταν κάτι
τόσο πολύτιμο, κάτι που δεν θα έβλεπε ξανά ποτέ στο εργαστήρι του.
Τέτοια φροντίδα έδειχνε. Ίσως γιατί ήξερε καλά, καλύτερα απ' όλους ίσως.
Αργά την νύχτα, μόλις τελείωσε και αφού κανένα εξάρτημα δεν περίσσευε
(κάποιο ελατήριο κρυστάλλινο ή κάποιο μεταξένιο παξιμάδι)
έκλεισε το φως του συνεργείου,
κλείδωσε,
κι άναψε τα φώτα της επιγραφής·
... οι λάμπες τρεμόπαιζαν, έτοιμες να καούν,
το κλειδί το έκρυψε πάνω στο πιο χαμηλό σύννεφο,





ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Έξω απ' το παράθυρο ένα δέντρο επιμένει.
Στριμωγμένο ανάμεσα σε δυο πολυκατοικίες,
μεγαλώνει τα κλαδιά του νύχτα-μέρα,
για να μπορούν να κάθονται ολοένα κι άλλα πουλιά.





ΕΓΚΟΠΗ  (2014)



ΤΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΛΙΓΟΥ


Με την συγκομιδή της πανσέληνου
Της σιγαλής κίνησης,
τα ιαματικά σώματα περιδιαβαίνουν
Στα συμμετρικά περιβόλια της λογικής
Αγριόχορτα,
και πετάγονται σαν ξωκλήσια
Οι μνήμες της σιωπής
Το σιδερένιο ψάρι
Με την εγκοπή στην κοιλιά,
Το πολυψαρεμένο
Στο βυθό της γούρνας με το λουλάκι
Σιωπά
Τα σκονισμένα πέδιλα,
Το χέρι που δίνεις
Και κοτσάνι γίνεται, στο χέρι
που σε περνάει απ' το δρόμο
Όλα με γεύση
Αλατισμένα στο φως
Δίχως να ζητάς
Άξια δοσμένα τα όσα.
0 νόμος απλός
Ένατης βήμα
Δύο δικά σου
Της ανάγκης Δεηθώμεν.




ΙΧΝΗ


Ξημερώνει
Όλη η μαγεία τώρα στο βεστιάριο, ξεντύνεται
Θα φορέσει ξανά, ρούχα δουλειάς
Τα πλάσματα θα χάσουν την μεταφυσική τους ιδιότητα
Οι ήχοι των μηχανών, θα έρθουν στην εξουσία
Και το φεγγάρι...
Το φεγγάρι θα 'ναι μόνο ένας πλανήτης,
Που πάτησε κάποιος Άρμστρονγκ
Όμως
Ένα παγκάκι, θα 'χει ακόμα τα σημάδια,
Της νύχτας
Δυο χαραγμένα ονόματα
Κι ένα όρκο, έγκυρο
Επικυρωμένο, απ' το δάγκωμα των χειλιών
Όλη η μαγεία εκεί, ατόφια
Της μέρας θα διαφεύγει
Ένα παγκάκι, κόκκινο.



ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΥΣΙΑ


Ένα δάκρυ, ζεστό
Στο κρύο σου μάγουλο
Συντέλεια
Είπα, θα 'χω το νου μου
Από τότε,
Διαρκώς φθινοπωρινά σκεπάζομαι, με τα φύλλα
Ξέρω
Μια εποχή υπάρχει μόνο
Η θλίψη
Κι ένας ήλιος
Ο αχνός
Αργότερα, βγήκα και είδα,
Πέρα απ' τους τάφους
Τους τυποκράτες
Με τα κόκαλά τους γυμνά
Μες τα Κυριακάτικα ρούχα
Τα σκουλήκια της δυσωδίας,
Πάνω στη χρυσή ταμπακιέρα
Και τη μεγαλοπρεπή πομπή,
Ακινητοποιημένη,
Εμπρός στο σπασμένο κλαδάκι
Ο μισθός των ουρανών
Είναι ο βασικός
Άρτι χωριζώμεθα
Κι βασιλίς και κυρία μέρα
Του Σάββατου
Η ωραία αυτή, εορτή των εορτών,
Δεν ήρθε ποτέ
Η βδομάδα τέλειωνε πάντα
Κατά τ' απόγευμα.



ΣΚΕΨΗ 3


Πότε ακριβώς εγκατέλειψες;
Μια κορνίζα πεσμένη μπρούμυτα (αχ, αν την είχες σηκώσει)
Μια κουρτίνα έκλεισε, σαν αυλαία
Ένα ράδιο σε ασθενή συχνότητα
Χρόνια μετά, και το κουδούνι της εισόδου, να γράφει
          ακόμα το όνομα του προηγούμενου ένοικου
Απολεσθείς
Χωρίς ίχνος σου η οδός
Ένα ερείπιο εν τη γενέσει, με σένα εντός του
Και το ξημέρωμα ήρθε...
Μαζί με την ήττα
Την στιγμή που νύχτωσες ολόκληρος
Λίγο πριν, είχες θυμηθεί εκείνο τον άντρα,
Που φορώντας το καινούργιο κουστούμι,
Έριχνε μια άγρια λοξή ματιά στον καθρέφτη
Κρύβοντας την ικανοποίησή του απ' το είδωλο

Τώρα
Τα απλωμένα ρούχα των γειτόνων, θα κυματίζουν μεσίστια
Για σένα.



ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΕΤΟΣ ΤΑΔΕ


Φύγανε πάλι όλοι.
Έχοντας την βεβαιότητα της αυριανής μέρας.
Το προπατορικό παιχνίδι της αθανασίας.
Από άγνοια σωμένοι.
Με τα ιδιόχειρα συγχωροχάρτια τους, χοντρά πανωφόρια.
Ανηφορίζουν "ιερά οδό".
ιδιοκτήτες, των γύρω τριγύρω καταστημάτων της.
Σταυροκοπημένοι, καχύποπτοι.
Άκριτοι κριτές, νοικοκύρηδες προπαντός.
Έφυγαν,
και το χάδι, ανεπίδοτο τώρα
βουλιάζει στης φορμόλης το βάζο.



ΕΠΙ ΜΑΤΑΙΩ


Όταν έπεσε το σκοτάδι,
γύρο απ' το πάρκο των μνημείων,
άρχισε ο πόλεμος.

Εγώ σφιχτά να σκεπάζω, με τα χέρια μου,
τα αυτιά του πιο κοντινού μου ανδριάντα,
προσπαθώντας να τον καθησυχάσω.

Ένα ρίγος, να μοιράζονται η σάρκα και το μάρμαρο.
Και τα αστέρια να πέφτουν.
Δίχως ευχή,
σαν αυτόχειρες.

Όλη τη νύχτα κάναμε υπομονή.
Και το ξημέρωμα πεθάναμε, όπως πεθαίνουν οι άντρες.
Σαν αγόρια.



ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΣ


Και τα βουρκωμένα σύννεφα
με τον ήχο της καμπάνας.
Μία συμφωνία κυρίων.
Μόλις είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει
στα πρόσωπά μας.

Μια πομπή κινείται αργά,
προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο.
Και για λίγο τα καταφέρνει.
Ένα παιδί κλαίει από ένστικτο.

Είδα απ' την άκρη του κόσμου,
σκυφτά, διακριτικά... άβυσσος.



ΜΟΝΑΞΙΑ


Κι όταν τελειώσει αυτή η ιεροτελεστία;
Αυτό το μαγικό ξόρκι, που ποτέ δεν έπιασε.
Τα γέλια, τα αεράτα φιλιά, οι αδύναμες αγκαλιές.
Της κοινωνικής ζωής.
[χωρίς εισαγωγικά, αυτά έπεσαν από νωρίς για ύπνο]
Πουλιά ανοιξιάτικα, εθελοντικά παγιδευμένα, σε μια
          θημωνιά.
Μόλις μεταφραστούν και τα τελευταία τιτιβίσματα σε:
Καληνύχτα, αντίο...
Αρχίζουμε να παίρνουμε πάλι μορφή, σιγά σιγά.
Όπως τα βήματα τον ηλικιωμένων.
Στο δρόμο για την αποτρόπαια φωλίτσα,
Ο πραγματικός ιδιοκτήτης,
Θα σβήνει τα φώτα, θα πίνει όλα μας τα ποτά.
Στερώντας μας συμμάχους.
Και θα χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα.
Προσποιούμενη ότι κοιμάται, χαμογελά
από ικανοποίηση, μόλις ακούσει το κλειδί στην πόρτα.
Πάνω στην τραπεζαρία, θα βρεις όλα τα λουστραρισμένα
          κουτάκια της σκέψης της.
Μπερδεμένα, και κενά, θα σε διατάξουν, να τα
τακτοποιήσεις.
Ενώ αυτή, θα σου φωνάξει, από μέσα.
Αργείς;
Με ξύπνησες πάλι.





ΠΟΡΕΙΑ


Και τότε σαν τον «κλέφτη»
με φύσηξες και
σκόρπισα.

Προς τον ήλιο.
«Δυτικά της λύπης»,
όπως πάντα άλλωστε.



ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


Τυλιγμένη η Αριάδνη στο νήμα των λόγων,
          ακινητοποιημένη, ανήμπορη,
- Ο Θησέας πέθανε.
Έτσι της ψιθύρισαν, οι καλοπροαίρετοι.
Μέχρι που ο Θησέας πέθανε.
Κι ο λαβύρινθος μια λεωφόρος από ανεκπλήρωτους
          έρωτες.                                                           



ΜΗΔΕΝ ΑΠΟΥΣΙΕΣ


 Όποτε γύριζα σπίτι
μεγάλωνα.
Αειθαλής στεναγμός.
Φυλλοβόλα όνειρα.
Μικρό παιδί κοντομάνικο,
κι είχα μάθει
μόνος μου να βάζω,
το μάνταλο του γέλιου

Την επομένη.
Με το που χάραζε.
Πρώτος έτρεχα στο σχολείο.
Ζήλεψα στο δρόμο
ένα αδέσποτο σκύλο.
Του έδωσα το πρωινό μου.
Δυο χάδια,
που φαντάστηκα πως είχα.
Η κουνιστή ουρά
με όπλισε για το γυρισμό.
Το κουδούνι
του σχολείου χτυπάει.
Μοιάζει λίγο με σειρήνα
που σε καλεί στο καταφύγιο,
λίγο πριν τον βομβαρδισμό.
Και οι βόμβες,
αλήθεια,
όλες σπίτι μου έπεφταν.



ΑΚΟΛΟΥΘΩ ΤΑ ΨΙΧΟΥΛΑ


Τελείωσα ακόμη ένα γράμμα.
Απ' αυτά που δεν στάλθηκαν ποτέ.
KL όταν σήκωσα το κεφάλι,
ήμουν σε μια κάμαρα τελείως
άγνωστη.
Σηκώθηκα, φόρεσα τον εαυτό μου,
άναψα τσιγάρο, και πήρα από
πίσω την πρώτη ανάμνηση
των παιδικών μου χρόνων.
Μέχρι το σπίτι...

Μακάρι, να έχουν ανησυχήσει
οι δικοί μου.



ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ


Σήμερα πήρα το γράμμα σου.
Ύστερα από τόσους μήνες.
Στεγνό, ελαφρύ.
Άοσμο.
Έπιασα το φάκελο που έπιασες.
Ένα χάδι εκ παραδρομής.
Για τελευταία φορά.
Έσκισε ο φάκελος τη μία μου άκρη,
καθώς περίσσευα.



ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΑΝΩΤΕΡΑ


Αυτούς
που σ' έδωσαν
τη
μαχαιριά στη πλάτη.
Αγνόησε.
Κι άσε το ψυχωμένο
σώμα,
να τους κλείνει το δρόμο.
Ευγενικά.
Κελάηδισμα,
εν ώρα κοινής ησυχίας.




ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ







ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΣΕ ΜΕΛΙ  (2016)



Ο Ορφέας στον Άδη


Στης Ευρυδίκης την αγαπημένη αγκαλιά ποθείς αναπαμό
Θεόμορφη η ματιά σου δόθηκε εκείνη πάλι ν’ αντικρύσει
Η λύρα η γλυκόλαλη τον τρομερό ημερώνει τώρα πηγαιμό
Πλανεύοντας γαλήνια τη λήθη που εσέ πασχίζει να τυλίξει

Πίνεις αργά, θρηνώντας, το αίμα της δικής σου της καρδιάς
Που σ’ επιστρέφει αγωνία φρικτή στης Περσεφόνης το βασίλειο
Ευρυδίκη, ω! Ευρυδίκη εσύ! στης μαγεμένης τ’ όνειρο ματιάς
Με τι ψυχή ν’ αντιπαλέψεις το φοβερό του Άδη το μυστήριο;

Θλιμμένα ηχεί στο σκότος του αηδονιού η γλυκύτατη επωδός
Τα δένδρα, πεθαμένα στέκουνε κορμιά, μαύρο ποθώντας αίμα
Ορφέα! Ορφέα! δύστυχε εσύ, στη φρίκη, πώς βαδίζεις μοναχός!

Ανατριχιούν τα ζοφερά να πουν και τ’ αφανέρωτα τα χείλη
Χλωμά τα μάτια και άδεια τώρα στέκονται βουβά να κλαίνε
Και η λύρα σου, Ορφέα δύσμοιρε! μάταια γοά στο μαύρο δείλι



Ηλιοβασίλεμα


Βασιλέας υπερήφανος κι ολοπόρφυρος ο ήλιος
ματωμένος χαμηλώνει και τη θάλασσα γλυκοφιλεί
πολεμιστής αράθυμος που πριν κινήσει στη μάχη για να πάει
Τη μοσχομυρισμένη αγκάλη της αγάπης του ποθεί

Κι εκείνη, Πηνελόπη του πιστή κι αρχαία ερωμένη
Γελαστή ανοίγεται για να δεχτεί το φλογερό του χάδι
Μα σαν φευγάτος έχει ξεμακρύνει πια ο σεβαστός της κύρης
Μαύρη κι απύθμενη κρεμιέται στο φριχτό σκοτάδι



Θλίψη


Η θάλασσα είναι τόσο ήσυχη τώρα
Γαλήνια τόσο
Σίγησε το γλυκό τραγούδι της για χάρη μου
Δεν παίζει ερωτεμένος πια ο σκοτεινός βυθός της
Δεν λιγώνουνται γλυκαμένα τ’ άσπρα κοχύλια της
Τώρα σέρνεται πίσω μου πικρή η θάλασσα
Ακολουθώντας τη θλίψη της καρδιάς μου
Θλίψη βαθιά και ανείπωτη
Θλίψη πιο κοφτερή κι απ’ το σπαθί
Θλίψη που μου ’σκίσε τα χείλη
Θλίψη που μου ’δώσε γι ’ αναπαμό
κλάμα γοερό
Κλάμα σπαρακτικό
Θλίψη που μ’ έριζε στα γόνατα
Ξαπλώνοντάς με άδειο κέλυφος
Στης υγρής αμμούδας το πικρό στρωσίδι

Τ άσπρα κοχύλια της θάλασσας
Δεν τραγουδάνε τώρα τη χαρά της
Η τρυφερή καρδιά τους
Ξανασαίνει το δικό μου μαύρο θρήνο



Νυχτερινό ταξίδι


Απόψε θέλω τ’ ωραίο πέλαο τ’ αψηλού ουρανού να σου χαρίσω
Μ’ όλα τα πεφταστέρια που κυλούνε φως στο βύθος της νυχτιάς
Το στρογγυλό φεγγάρι με τ’ ασημένιο δάκρυ γλυκά να το φιλήσω
Λαμπρό λουλούδι και φλουρί χρυσό να σ’ το περάσω στα μαλλιά

Γλυκό τραγούδι της καρδιάς μου ανθέ απόψε θέλω να σου ψάλω
Με της νυχτιάς το ηδύφωνο τ’ αηδόνι να μας γλυκαίνει τα φλιά
Άρμα ελαφρύ μ’ αερικά τρελά κι αγγέλους γελαστούς θα βάλω
Αστραφτερό να σεργιανά διαμάντι σε θάλασσες και διάφανα νερά

Κι όπως τα νέφη τα ζεστά θα μοσχοπλένουνε τον έκπαγλο κορμό
Και σαν η πόρπη από τον ώμο τον λευκό θα ξεγλιστράει απαλά
Ξέπλεκα ωραία θα 'χεις αφημένα τα μακριά μαλλιά τα ζωντανά

Κι όταν στα χείλη τα μισάνοιχτα θα πλέω σαν φυλλαράκι στο νερό
Η σάρκα μας ρετσίνι θα σταλάζει ολοκόκκινο στης νύχτας τη φωτιά
Κι ο έρωτας μέλι ξανθό θα χύνεται πάνω στα στήθια μας τα τρυφερά



Το φεγγάρι


Το παραθύρι ήταν ανοιχτό εχθές αργά το δείλι
Και μια κουρτίνα αραχνοΰφαντη ανατρίχιαζε απαλά
Το αεράκι της σιωπής γλυκά φιλούσε το καντήλι
Και το κρεβάτι μας μια θάλασσα που μας ταξίδευε γλυκά...

Το φεγγάρι ήταν ωραίο εχθές αργά το βράδυ
Το φως του σιγοσεργιανούσε στη μικρή κάμαρη αχνά
Όλο το σύμπαν νιο αστεροκεντημένο υφάδι
Που ξεκίνησε να πλέκει του ουρανού του η γλαυκή θεά

Το φεγγάρι αχνοπατούσε πάνω στα γυμνά κορμιά μας
Και οι μορφές μας βάφονταν πανώρια ζωγραφιά
Μάγισσα νύχτα στόλιζε με αστέρια τα μαλλιά μας
Και ο έρωτας άστραφτε στου μπλε ουρανού την πινελιά

Ήταν ωραίο το φεγγάρι εχθές αργά το βράδυ
Βάφτιζε φως τον έρωτα σε κούπα με πεντάγλυκο κρασί
Γλιστρούσε αθόρυβα στης χαραμάδας το λαρό σκοτάδι
Και στο πάτωμα ζεστό χυνόταν κι ολοκόκκινο χαλί



Η άρπα


Ποθώ να κρούσω με τ’ ακροδάχτυλά μου
Την άρπα που έχεις ακουμπισμένη δίπλα στο παράθυρο
Τον πιο λεπτό της ήχο ίσα για ν’ ακούσω
Σαν ένα γλυκύτατο ψίθυρο στου δωματίου μέσα τη σιγή

Ίσα που να την αγγίξω, σχεδόν αέρινα να τη διατρέξω
Ποθώ να την ακούσω γλυκά να μελωδεί
Τις νότες που σου τραγουδά όταν την αγκαλιάζεις
Ερωτικά όταν χαϊδεύεις τις άνισες χορδές της

Στέκομαι ακίνητη και την κοιτάζω
Την άρπα που έχεις ακουμπισμένη δίπλα στο παράθυρο
Το πιο γλυκό της άρπισμα, το τραγούδι της ψυχής σου
Που αιχμαλωτίζεται στον ήχο των χορδών της

Το πιο γλυκό κονσέρτο της
Η μελωδία της αγάπης σου



Ιερά Συνουσία


Τα ματόκλαδά σου
Οι βολβοί σου
Οι κόρες σου
Η όρασή μου

Τα χείλη σου
Η γλώσσα σου
Τα σάλιο σου
Το φιλί μου

Τα μαλλιά σου
Ο λαιμός σου
Ο κόρφος σου
Η θέρμη μου

Τα χέρια σου
Τα δάχτυλά σου
Τα νύχια σου
Το χάδι μου

Το στήθος σου
Οι ρώγες σου
Το ρίγος σου
Η έκστασή μου

Η κοιλιά σου
Το εφήβαιο
Τα λαγόνια σου
Η πλήρωσή μου

Τα πόδια σου
Η ρίζα σου
Το περπάτημά σου
Το λίκνισμά μου

Οι φλέβες σου
Οι ιστοί σου
Το αίμα σου
Το πυρ μου

Ποθητή αγάπη
Η μυσταγωγία σου
Η ποίησή μου



Βάκχα


Στάζουν ρετσίνη μυρωδάτη τα πευκόδενδρα
Καθώς η Βάκχα γοργοπερνά ανάμεσο τους
Το πέπλο της του ανέμου λάφυρο ακριβό
Στης μυρτιάς σκαλώνει το χλωρό κλαδί
Πυρρόξανθο εχύθηκε της κεφαλής το φως
Ως κάτω στης ωραίας μέσης την καμπύλη
Τ’ αγκάθι της λυγιάς ερωτεύθη την εσθήτα της
Και χόρεψε τριγύρω της μέχρι να την αδράξει
Διαμιάς τ’ ωραίο στήθος ολόγιομο επετάχτη
Γλυκά βελάζει η ελαφίνα στην πηγή
Στου έρωτα το θάμπος αφημένη



Ξερολιθιά


Απάνω στην ξερολιθιά
Με κάρφωσε η χαρά σου
Λουλούδι με ξερίζωσε
Μ ’ απίθωσε στο βράχο

Χωρίς τροφή χωρίς νερό
Σ ’ ανήλεο φως να γδέρνομαι
Ξερό ανθί κι εσύ βροχή
Σε άλλη γη μυσταγωγείς

Απάνω στην ξερολιθιά
Με κάρφωσε η χαρά σου
Μαυρίσανε τα φύλλα μου
Και κάηκε η καρδιά μου



Έρωτας


Δεν είναι ο έρωτας αβρό φιλί
Μάτια μου
Δεν είναι χάδι τρυφερό
Μήτε κι αδιόρατο χαμόγελο
Δεν είναι χέρι που απλώνεται διατακτικά
Ειν’ αρπαγή και γδικιωμός ο έρωτας
Μάτια μου
Θάνατος κι αφανισμός μαυλιστικός
Και σκοτωμός με δίκοπο μαχαίρι
Μάτια είν ’ ο έρωτας τρελά
Μάτια μου
Και χείλη δολοφόνοι
Ξεσκίζονται ζυγιάζοντας το είναι τους
Κι ορμούν καταβροχθίζοντας καρδιές
Μασχάλες, στήθια κι ωραίους μηρούς
Ακέφαλο κορμί είν’ ο έρωτας
Μάτια μου
Χωρίς μυαλό και μάτια, με δίχως ακοή
Που σαν το πληγωμένο ζώο ορμάει στα τυφλά
Και πιτσιλάει το αίμα του τις άσπρες μαργαρίτες
Δεν είν’ ο έρωτας αγνός μήτε και τίμιος
Μάτια μου
Πόλεμος είναι και σφαγή μες στα τυφλά του θέλω
Και άγρια θηροσύνη

Αίμα που ρέει αχνίζοντας ο έρωτας
Μάτια μου
Κατάρα
Που κοχλάζει ευλογημένη

ΝΕΒΗ ΑΣΤΡΑΙΟΥ




Η Νέβη Αστραίου γεννήθηκε στη Λευκωσία και σπούδασε Κοινωνιολογία στη Γαλλία.
Τον Οκτώβριο του 1986 εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Απόπειρα» και το 2010  τη δεύτερη ποιητική της συλλογή «Πρόκληση»
Έχει ασχοληθεί επίσης με τη μουσική και κυκλοφόρησε το δίσκο «Ήχος Ονείρων», σε στίχους και μουσική δική της και τα τραγούδια ερμηνεύει η Μαριέττα Μιτσίδου.
Την περίοδο 2000-2005 έγραψα τρία θεατρικά έργα.











Πρόκληση   (2010)



ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ


Η αγάπη χωρίς όρια ξεπερνά την φαντασία.
Οι ματιές αγγίζοντας οι ματιές μιλάνε
το ξεγύμνωμα της σκέψης κάνει την υπέρβαση
ή αυλαία ανοίγει σε λατρεία κάθαρσης ψυχής.




ΠΑΘΟΣ


Όταν είσαι κοντά μου παγώνω το χρόνο
κάνω τη νύχτα μέρα για να μη νιώσεις τη διάρκεια
Σε θέλω μέσα μου να απαγγέλλεις
κάτω από το παράνομο βουβό φεγγάρι
να ξεσκίζεις τα εσώψυχα κομμάτια μου
και να ηδονίζομαι με αύτη μου την κατάντια.



ΤΟΣΗ ΔΙΨΑ


Χάθηκε ή ζωή μου κοιτώντας το χρόνο να τρέχει
χωρίς να προλάβει να αφήσει
ένα σημάδι από το γρήγορο βήμα του
έστω μια κούρβα στην ευθυγραμμισμένη μου ζωή
ένα εκούσιο χαστούκι που να ματώνει το κορμί
μια οξύμωρη διάθεση της τόσης δίψας του ποιητή. 



ΑΝΤΙΤΥΠΑ


Ψάχνω να βρω το θεϊκό στοιχείο μέσα σου
για να μπορέσω να θαυμάσω τη μορφή σου
σε ένα κόσμο με πληθώρα από αντίτυπα
ίδιες μορφές που αναπαράγονται
και συμβαδίζουν με τα συγγενικά του χρόνου
ψάχνω να βρω το ένα το μοναδικό
αυτό που θα γεμίσει λάμψη την ψυχή μου
με όλο το φως που θα εκπέμπει στο κάθε βήμα του
αυτό το ένα που δεν κοπιάρεται στη θύελλα του χρόνου. 



ΕΥΘΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ


Μ' εξουσιάζεις όταν γυμνή με υποχρεώνεις
να απαγγέλλω όσα δεν τόλμησα να ζήσω.
Σ' εξουσιάζω όταν σε θέλω μέσα μου να μένεις
μέχρι τα μάτια να θολώσουν από την έκσταση.
Δυο ρόλοι που αναζητούν οργιαστικά σημεία
στην τόση αυτή μονοτονία του χρόνου
που βάλθηκε να αποδυναμώσει την ψυχή
για ένα καυτό πάθος σε ευθεία κόκκινη γραμμή. 



ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ


Όταν με αγγίζεις λιώνουν τα κύτταρα
δονούνται ασταμάτητα οι αισθήσεις
σφραγίζεται το στόμα από φόβο
μη ξεπηδήσουνε οι λέξεις
πού δεν περίμενα ποτέ να νιώσω,, να σκεφτώ
αν είναι έρωτας αυτό ή θαυμασμός
ποτέ δε θα μπορέσω στα μάτια να σου πω.



ΟΝΕΙΡΑ


Γι' αυτά τα όνειρα σε περιμένω κάθε βράδυ
να μου ξεσκίσεις το κορμί
και να χαϊδέψεις της ψυχής απόκρυφες επιθυμίες.
Γι' αυτά τα απρόβλεπτα σε αναπολώ το κάθε βράδυ
μέσα στα μάτια σου να ελαφρύνει της μοναξιάς ο πόνος
και στα δικά σου χέρια να ζωγραφίσω την απόγνωση.



ΞΕΦΤΙΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ


Έτσι κατάλαβα πώς δεν αρκούν αυτά που λέμε
είναι και αυτά που κρύβουμε στις τσέπες μας
αυτά που κάνουν κύκλους στη ζωή μας
τα παγωμένα λογία, τα μασημένα μυστικά
που μαράθηκαν στην πίεση του χρόνου
αφήνοντας ξεφτισμένες αναμνήσεις και εικόνες
που δεν κράτησαν στο πέρασμα του χρόνου



ΕΔΩ ΝΑ ΜΕΙΝΩ


Θέλησα να εγκαταλείψω πολύβουες πόλεις
και μηχανές του κόσμου που μου σφυρίζουνε στα σωθικά
για να βρεθώ μακριά από ανθρώπινα συναπαντήματα.
Μου είπες να μην κρατώ σφιχτά στη σκέψη μου
το κούφιο όνειρο φυγής εδώ να μείνω
να ψάξω μέσα μου να βρω έμενα.



ΑΝΟΜΗ ΓΕΥΣΗ


Μου χάρισες την άνοιξη σ' ένα φτηνό κρεβάτι
σε πανδοχείο ερημικό που αφήνει ζεστό ρίγος
σε όσους τολμούνε να γευτούν της ηδονής τη χάρη.
Μου χάραξες το απρόβλεπτο στις άκρες του κορμιού μου
ζωγράφισες στ' απόκρυφα κομμάτια του εαυτού μου
κι είπες μ' εσένα αγάπη μου το άνομο γοητεύει



ΣΤΙΓΜΕΣ


Πολλές στιγμές γίνονται χρόνος γδύνω τα μάτια σου
καυτές αναμνήσεις που αγγίζω βγάζουνε φτερά
λέξεις κολλάνε στο λαιμό τρέμουν τα χάδια σου
πες μου αλήθεια αν χάθηκαν κομμάτια απ' τη χαρά.

Κάθε φορά οι σκιές γίνονται ήλιος με ανεβάζουν
σε ένα λευκό ταξίδι που εσύ ξέρεις που με πάνε
είμαι άλλου νέφος και σύννεφα δεν με τρομάζουν
το φως που βλέπω από ψηλά στιγμές για μένα θα είναι.




ΑΠΟΠΕΙΡΑ  (1986)



1

Κτίζω ανεπιφύλακτα τον τάφο μου
αυτόν που θα στεγάσουν το κορμί μου
οι αμέτρητοι φονιάδες του.
Κι εκεί που θα ξαπλώνω
θα μπορώ να ξεχωρίζω
αν ο θρήνος ο γοερός
είναι από λύπη, από χαρά ή από συνήθεια.
Κτίζω ανεπιφύλακτα την ήττα μου
μέσα σε σκοτεινά μπουντρούμια κι υπονόμους
όπου κανείς δεν θα μπορεί
να υποπτευθεί την άρνηση.
Και γύρω από τον τάφο μου
θα ‘χω στημένο σκηνικό
την τρέλα του ασυμβίβαστου
αυτά που μ' ώθησαν να φύγω απ' τη μιζέρια σας 



2

Πέρα από το όνειρο,
αυτό το όνειρο που μας γοητεύει
και κολακεύει τη σκέψη,
Πέρα από την προσμονή
που μας πιέζει μέσα στο χρόνο
και δημιουργεί φαντάσματα απροσέγγιστα,
Πέρα από την μακάβρια αλήθεια
της κατάντιας μας,
και την ανεκπλήρωτη αλλαγή της,
Πέρα από την αγνή έκφραση
που δημιουργεί αλλεπάλληλους εχθρούς,
Πιο πέρα ακόμα βρίσκομαι εγώ,
εδώ κρυμμένη σ' ανυπεράσπιστα καλούπια
πλασμένα απ' ένα κίτρινο κόσμο
γεμάτο φως από την ουτοπία των πόθων μου.



 3

Γι αυτή την έκσταση
ξεχνιέμαι απ' την συνήθεια
και διαμοιράζω το κορμί μου
σ’ ερωτικούς διαδρόμους
που γεμίζουν την σιωπή μου.
Απροσδιόριστη μεταβολή της σκέψης
με φέρνει ο' αδιέξοδο
αφήνοντας τις ενοχές να ξεπηδούν
χωρίς να τις αγγίζω.
Κι είναι τα μάτια σου τα μάτια σας,
τα μάτια τους αυτά που με κρατάνε.
Κι είναι η φυγή μου
η αχαρακτήριστη άρνηση στα δεδομένα
που οργιάζει στην επιθυμία ύπαρξης. 



4

Θέλω να μ' αγαπάς
χωρίς να γίνεσαι εθισμός στη μνήμη μου
χωρίς ν' ασκείς μια κριτική στη σκέψη μου.
Μη ψάχνεις να βρεις λόγους για τις πράξεις μου.
Είναι στιγμές ερωτικές που με πλακώνουν
κΓ όμως, δεν έμαθα ποτέ
αν η ίδια αυτή η ηδονή
πηγάζει απ' την ανάγκη
ή από την καρδιά μου.



5

Περιμένοντας την απάντηση
συντρίβουμε την ηρεμία της όρασης
μετατρέποντας ΖΙΚ - ΖΑΚ γραμμές
σ' ατέλειωτους διαδρόμους
μ' αναπάντεχα μηνύματα.
Κι αντιστεκόμαστε στους πειρασμούς της πλήξης
με στιγμιαίους οργασμούς που μας διεγείρουν,
μέχρι που η έκσταση αυτή ευθυγραμμισθεί
για ν' αποβάλει ένα από τα παιδιά
που πνίξαμε στη σκέψη. 



6

Εδώ είναι η διαφορά μας.
Εσύ μεγαλωμένη με υποστηρικτές
όμοιους σου, που ενδυναμώνουν το έγκλημα,
κι εγώ, να παλεύω αδιάκοπα
για να ξεφεύγω απ' τις παγίδες
των προστατών σου. 



7

Όνειρο, τρυφερή ανάμνηση του χτες,
γλυκιά προσμονή,
μην αφήσεις στη σκέψη μου
εφιάλτης να γίνει η ανάσα σου.
Φτάνει νεκρούς, σταυρούς, ξύλινα φέρετρα
παρείσακτα ανθρωπάκια και τριγύρω γίγαντες.
Φτάνει λιμάνια, πλοία δίχως άγκυρες
παρθένα σώματα σε νεκρικά κρεβάτια.
Όνειρο, γλυκιά προσμονή,
Κρυμμένη ελπίδα, χρωμάτισε τις σκέψεις μου,
ρίξε μια άσπρη πινελιά στους πόθους μου
ξεγέλασε με.



8

Βυθίζεσαι στο πέλαγος της σκέψης σου
χωρίς ναυαγοσώστη
κι ανακατατάσσεις βρώμικα βιώματα
ιεραρχώντας προτεραιότητες.
Μαγνητικές επιδράσεις σε ωθούν
ν' αντανακλάς αδυναμίες άρνησης
Χορεύοντας ροκ σ’ ένα κόσμο
φτιαγμένο για χασίς κι ονειροπόληση.
Φαντασιώσεις ναρκώνουν το βλέμμα σου
μα εσύ βυθίζεσαι
χωρίς αντίδραση καμιά,
περιμένεις το τέλος,
χαμογελάς στη λύτρωση.



9

Παγιδεύεις τη θλίψη σου
ο' εγωκεντρικές συνήθειες,
ποθείς μοναχική συμβίωση με τους γύρω σου,
αυτούς που σ’ αγκαλιάζουν
και σου σφίγγουν τον λαιμό.
Καταπίνεις ιδεολογικά φυλλάδια
πεταγμένα στο δρόμο
και τρέφεσαι απ' τις ανάγκες του σώματος,
ότι απόμεινε από την ακρόαση
αυτών που σε τυλίγουν.



10

Ναι, έτσι γεννήθηκα
μέσα στο φώς της ομίχλης
σ' ένα μαυρόασπρο σκηνικό
γειτονικού θεάτρου.
Η όπερα ακουγόταν σιωπηλά
κι η μάνα μου βογκούσε,
η αγωνία απερίγραπτη,
η όπερα ακουγόταν σιωπηλά,
οι ακροατές περίμεναν το τέλος
την κριτική του θεάματος
κι η μάνα μου βογκούσε.



11

Ατέλειωτος ο δρόμος που μ' ορίζει
κι αδίστακτα, συντρίμμια αφήνω πίσω μου
μέσα απ' το σκηνικό της τρέλας μου.
Κι είναι αυτή η ανάμνηση
μια δουλεμένη ενοχή
από τον θάνατο των γύρω μου.



12

Καταναλώνω τη γλώσσα μέσα στη μνήμη
αποβάλλοντας υπαρξιακά σύνδρομα
που απασχολούν το πνεύμα.
Καμουφλάρω το πρόσωπο με παράδοξους συνδυασμούς
ταυτίζοντας τη σκέψη
μ' επιλογές χρωμάτων.
Κινούμαι σε μια διάσταση δύο επί δύο,
χωρίς καθορισμένα πλαίσια
και σ' αγαπώ γιατί κατάλαβες
αυτά που μου ανήκουν.



13

Βιάσου. Η ώρα έχει περάσει
και συ, στημένος στο γωνιακό τραπέζι
πουλάς ιδεολογία για πέντε κατοστάρικα,
κι' όλο μου λες πως οι δουλειές
δεν παν καλά εφέτος
(και πότε πήγαιναν καλά...)
Βιάσου, κουράγιο δεν σ' απόμεινε
να επαναλάβεις λέξεις
με το χωνί στο χέρι.
Αύριο, αύριο θάναι πάλι
μια ίδια μέρα.



14

Καλύψαμε το έγκλημα
με κάτασπρο πέπλο,
το θέαμα το ίδιο
μ' ένα φτηνό δράμα
σ' εμπορικό φιλμ.
Είπαμε η αποστολή επιτελέσθει
και σφίξαμε τα χέρια.



15

Αφού τα μάτια σου τ' ομολογάνε,
πώς απ' τη μια στιγμή στην άλλη
θα με καταδώσεις,
μη μ' αγκαλιάζεις για να ξεπλύνεις ενοχές
που ‘χουν κολλήσει στα βρώμικα χέρια σου.
Αφού τα ‘χαμε τέλος πάντων ξηγημένα
πως δεν θ' ανοίγαμε ποτέ
«τ' ανώνυμα μηνύματα»
που ‘ταν κρυμμένα στο πατάρι,
πόσο αστείος μου φαίνεσαι
γι' αυτή σου την περιέργεια...
Κι αφού, οκτώ λεπτά έχουν μείνει
για την επιλογή σου, μη βιάζεσαι.
θα μείνω εδώ για να τους περιμένω. 



16

Φωλιά γυρεύεις για να κρύψεις την γύμνια σου
να κάλυψης τον πόνο της ψυχής σου.
Μακριά απ' τον κόσμο των ονείρων σου
μακριά απ' τον τρόμο της απόγνωσης.
Φωλιά γυρεύεις να καλύψεις το κεφάλι σου
να μην βλέπει την γύμνια σου
να μην βλέπει το κορμί σου
που ξεράθηκε απ' την υποκρισία.



17

Επικοινωνία μηδέν
Μας έχουνε ρυθμίσει
σε άλλες συχνότητες
και δεν σταματώ.



18

Σκιαγράφησα τον φόβο
εκείνο της αναμονής,
όπου τα μάτια αποζητούν
την εξιλέωση,
Σκιαγράφησα τον έρωτα
περιπλανώμενο στη φύση
σαν εισχωρεί μες τα ανθρώπινα πλοκάμια,
Κι είπα: Αυτή ήταν η πατρίδα μου. 



19

Είναι τα διαλείμματα
που μ' ενοχλούνε φίλε μου.
Αυτά που με φορτίζουν ατονία
και μου στριμώχνουν το μυαλό
σαν αγναντεύω τα τοπία
που δεν κινούνται
και σαν ανάσκελα ξαπλώνω
να ονειρευτώ όσα δεν μ' άφησαν
να ζήσω.
Είναι τα νεκρολούλουδα
που μ' ενοχλούνε φίλε μου,
Αυτό το τέλος,
τα κορμιά που δεν μουγκρίζουν
σαν τα τόπια που ‘ναι πάντα ακίνητα,
κι εγώ στη μέση να κοιτάζω
χωρίς κανένα περιθώριο εξόδου. 



20

Με καθηλώνεις, κάθε βραδιά
που μου γεμίζεις το ποτήρι
και σου φορτώνω ενοχές
για να με ξαλαφρώσεις.
Με καθορίζεις, κάθε φορά
που με κρατάς σφιχτά δεμένη
να μην πετάξω σε πεδία ονειροπόλησης.
Μουσικές δονήσεις τραντάζουν
στο μυαλό μου την φυγή σου.
Και τα βράδια που θα μένω μόνη
θ' αγκαλιάζω το ποτήρι το δικό μας
να μη ματώσει από την κάθοδο
των μισητών βαρβάρων
που θα με κυβερνούνε.



21

Ελλείπεις οι λέξεις
που ξεφεύγουν απ' το στόμα σου.
Από το φόβο που σε συνεπαίρνει
έχεις μασήσει τις μισές
πριν να προλάβω να σου πω
πώς είχα καταλάβει.



22

Κάθε βραδιά στην ίδια θέση.
Την ίδια ώρα, το ίδιο δάκρυ.
Κάθε βραδιά γεννοβολά
μια νέα ψευδαίσθηση
και την βιώνει μ' ένα καινούργιο σκηνικό.
Μέσα στο μυαλό μια μόνο λέξη.
Πόρνη, πόρνη. Κι αυτή χορεύει
για να ξεπλύνει την ντροπή της.



ΗΧΟΣ ΟΝΕΙΡΩΝ




ΚΡΑΤΑ ΜΕ






ΚΡΥΒΟΜΑΙ ΑΠΟ ΣΕΝΑ








ΑΓΓΕΛΕ ΜΟΥ








ΤΑ ΚΡΥΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ








«Αν δεν αγαπήσω τον εαυτό μου, δεν μπορώ να αγαπήσω κανένα»

Συνέντευξη στην Κυριακή Παπαλεοντίου Δημητρίου
city.sigmalive/24/4/2017

Τα έργα της Νέβης Αστραίου εκφράζουν ευαισθησία, ρομαντισμό, γλυκύτητα, καλοσύνη και αγάπη. Η ίδια, μαζί με όλα αυτά, έχει ένα μεγαλείο ψυχής που την κρατά δυνατή και αγέρωχη ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής της.

Τη συνάντησα στο σπίτι της, στη Λευκωσία. Με δέχτηκε στο γραφείο της όπου περνά τις περισσότερες ώρες. Αυτές τις μέρες οργανώνει μια μουσικό-ποιητική βραδιά στην οποία θα τραγουδήσει η Στάλω Παπαδοπούλου και θα απαγγείλει ποίηση της η ηθοποιός Θέα Χριστοδουλίδου. Όλα τα έσοδα από την εκδήλωση θα δοθούν στο Φιλανθρωπικό Σωματείο Αλκυονίδες, του οποίου η Νέβη είναι ενεργό μέλος εδώ και πολλά χρόνια.

Εγώ είχα την τύχη να γνωρίσω τη Νέβη Αστραίου μέσω των Αλκυονίδων. Είναι ένας άνθρωπος γλυκύτατος, καλοσυνάτος, χαμογελαστός. Δείχνει πάντα κατανόηση και συμπονάει τους ανθρώπους που απευθύνονται στο σωματείο για βοήθεια. Εκφράζει την άποψή της στο συμβούλιο καλοπροαίρετα με σοβαρότητα και σεβασμό προς όλους. Είναι άνθρωπος χαμηλών τόνων και μιλά για τους άλλους μόνο όταν έχει κάτι καλό να πει. Βλέπει τα πάντα με μια θετική ματιά και είναι έτοιμη να ακούσει, να δώσει αγάπη σε όποιον την χρειάζεται και να προσφέρει στους γύρω της με όλους τους τρόπους που αυτή μπορεί.

Γνωρίζω πολύ καλά πως είσαι πάντα παρούσα και βοηθάς πολύ με τον δικό σου τρόπο σε όλες τις προσπάθειες των Αλκυονίδων.

Οι Αλκυονίδες είναι για μένα ένα ξεχωριστό κομμάτι στη ζωή και στη καρδιά μου, η δεύτερή μου οικογένεια.

Αλήθεια, πότε άρχισες να ασχολείσαι με την ποίηση;

Η επαφή μου με την ποίηση άρχισε πριν ακόμα πάω δημοτικό. Ο παππούς μου ήταν εκπαιδευτικός και η γιαγιά μου ποιήτρια. Με μύησαν στην ποίηση πριν ακόμα πάω σχολείο. Από 4 χρονών απάγγελλα Δημήτρη Λιπέρτη όρθια πάνω στην καρέκλα της γιαγιάς μου. Στα πέντε μου χρόνια, όταν πήγα στην πρώτη τάξη του δημοτικού και άρχισα να γράφω, έγραψα το πρώτο μου ποίημα. Από τότε συνέχισα να γράφω. Αν και μου αρέσει η κυπριακή διάλεκτος και τα πρώτα μου ακούσματα ήταν κυπριακή ποίηση,  δυστυχώς δεν κατάφερα να γράψω στα κυπριακά.

Εξέδωσες την πρώτη σου ποιητική συλλογή με τίτλο «Απόπειρα» το 1986. Αυτό ήταν αμέσως μετά τις σπουδές σου;

Ναι, σπούδασα κοινωνιολογία στη Γαλλία και επιστρέφοντας πίσω στη Κύπρο αφού άρχισα να εργάζομαι στην British Αirways, αποφάσισα να εκδώσω την πρώτη μου ποιητική συλλογή. Αντίτυπα από αυτήν την ποιητική συλλογή βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στον τομέα των μεσαιωνικών και νεοελληνικών σπουδών.

Παράλληλα  ασχολήθηκες και με τη μουσική σύνθεση. Μάλιστα, έχεις στο ενεργητικό σου και ένα δίσκο αποκλειστικά με τραγούδια δικά σου.

Είναι ο δίσκος «Ήχος Ονείρων», σε στίχους και μουσική δική μου. Τα τραγούδια ερμηνεύει η Μαριέττα Μιτσίδου εκτός από ένα που το ερμηνεύω εγώ. Επίσης έλαβα μέρος με δύο δικά μου τραγούδια στο διαγωνισμό Κύπρου-ΕΟΚ το 1994 και το 1995. Τα ερμήνευε η νεαρή πρωτοεμφανιζόμενη τότε τραγουδίστρια, Δέσποινα Ολυμπίου. Πήραν τη δεύτερη θέση και τις δύο χρονιές.

Στη συνέχεια σταμάτησες τη μουσική σύνθεση και ασχολήθηκες με το θέατρο. Πώς προέκυψε αυτό;

Είχαν μεσολαβήσει τα προβλήματα υγείας μου και δεν είχα πια την δυνατότητα να παίζω μουσική με την κιθάρα μου. Επομένως μου ήταν δύσκολο να συνεχίσω να γράφω μουσική για τραγούδια. Άλλωστε δεν θεωρώ τον εαυτό μου μουσικοσυνθέτη. Είμαι τραγουδοποιός και στιχουργός, δεν έχω κάνει σπουδές στη μουσική.



Στο σημείο αυτό, να αναφέρω ότι η Νέβη Αστραίου πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και αυτό την έχει καθηλώσει σε αναπηρικό καροτσάκι.
Το πρόβλημα αυτό της υγείας σου γενικά επηρέασε την καλλιτεχνική σου πορεία;

Η καλλιτεχνική μου δημιουργία συνεχίζεται χωρίς κανένα πρόβλημα. Έμαθα να μην σταματώ. Η ζωή είναι για όλους μας προσωρινή. Πάντα θα υπάρχουν προβλήματα, μικρά ή μεγάλα. Μακάρι να μην υπήρχαν, αλλά ο κάθε άνθρωπος θα συναντήσει προβλήματα στη ζωή του. Εκείνο που πρέπει να κάνει ο καθένας είναι να μπορεί να δεχθεί το πρόβλημα του και με κάποιο τρόπο να το αντιμετωπίσει. Πολλά πράγματα ίσως να μην μπορεί να τα κάνει όπως πρίν. Το θέμα είναι να μάθει τι άλλο μπορεί να κάνει, να βρει τους τρόπους να συνεχίσει. Εγώ αυτό έκανα και συνέχισα να γράφω.

Την περίοδο 2000-2005 έγραψα τρία θεατρικά έργα και το 2010 εξέδωσα την δεύτερη ποιητική συλλογή μου με τον τίτλο «Πρόκληση». Έγραψα επίσης στίχους για ζεϊμπέκικο και χασάπικο οι οποίοι μελοποιήθηκαν. Κάποιος θα μπορούσε να με ρωτήσει «μα τώρα θυμήθηκες να γράψεις ζεϊμπέκικο και χασάπικο;». Απολαμβάνω να βλέπω τους άλλους να χορεύουν με τα τραγούδια μου. Συνεχίζω να γράφω στίχους, ποίηση και έχω πολλά ανέκδοτα έργα.

Πώς εμπνέεσαι τα έργα σου;

Μπορεί να εμπνευστώ από μια λέξη ή μια φράση που θα πεις και να ξεκινήσω να γράφω.

Πώς είναι η ώρα της δημιουργίας;

Είναι οι πιο απολαυστικές στιγμές, με συνεπαίρνουν. Την ώρα που γράφω δεν με απασχολεί τίποτε άλλο, δεν έχω κανένα πρόβλημα. Η περίοδος που έγραφα τα θεατρικά έργα ήταν η καλύτερη της ζωής μου. Έμπαινα μέσα στους ρόλους γινόμουν ένα με τους ήρωές μου. Περίμενα να βρεθώ μόνη μου στο γραφείο για να γράψω.

Πως καταφέρνεις να αντιμετωπίζεις με τόση υπομονή και γενναιότητα το θέμα της υγείας σου;
Κατάφερα να δεχτώ τον εαυτό μου και να τον αγαπήσω έτσι όπως είναι. Πιστεύω πως αν δεν δεχθούμε και δεν αγαπήσουμε τον εαυτό μας δεν μπορούμε να προσφέρουμε αγάπη στους άλλους. Αν δεν αγαπήσω τον εαυτό μου δεν μπορώ να αγαπήσω κανένα. Τα προβλήματα δεν πρέπει να μας σταματούν αλλά να βρίσκουμε τους τρόπους να συνεχίζουμε.

Τί πιστεύεις ότι έχει τη μεγαλύτερη σημασία στη ζωή;

Σημασία έχει να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Να μπορείς να κάνεις καλό στους άλλους. Για αυτό, όπως είπα και πριν, λυπάμαι που έπρεπε να φτάσω στο τροχοκάθισμα για να καταλάβω πόσο ανάγκη έχουν την βοήθεια μας κάποιοι άνθρωποι.

Εύχομαι σύντομα να υπάρξει κάποια θεραπεία. Οι ιατρικές έρευνες προχωρούν
.
Δεν πιστεύω πως θα υπάρξει για μένα θεραπεία, δεν είμαι αφελής. Αυτό που ελπίζω είναι να μην επιδεινωθεί η κατάστασή μου.

Τι σου αρέσει να κάνεις όταν δεν γράφεις;

Απολαμβάνω το διάβασμα, τη μουσική, να παρακολουθώ θέατρο και κινηματογράφο.

Τι αγαπάς περισσότερο στη ζωή σου;
Είμαι χαρούμενη γιατί στη ζωή μου ευτύχισα να έχω τρία πολύ σημαντικά πράγματα: Την οικογένεια μου που αγαπώ και με αγαπάει και με στηρίζει πολύ, τους φίλους μου που για εμένα είναι διαμάντια και τις Αλκυονίδες που είναι η δεύτερη μεγάλη μου οικογένεια.

Τις Αλκυονίδες τις λατρεύω γιατί είναι τόσο μοναδικές και διαφορετικές μεταξύ τους. Δεν υπάρχουν αντιζηλίες και ανταγωνισμοί, παρά μόνο ένας κοινός σκοπός. Να προσφέρουμε αγάπη στους συνανθρώπους μας. Πρώτες και καλύτερες σε αυτό το σκοπό η Μαρή στη φωλιά στην Αγγλία και η Πρόεδρος μας, Γεωργία Πολυβίου.


Ποιο είναι το καλύτερο δώρο που μπορεί να σου κάνει κάποιος;
Δεν υπάρχει μεγαλύτερο δώρο για μένα από το ενδιαφέρον, την αγάπη.


Φεύγοντας από την συνάντηση μου με την Νέβη Αστραίου νοιώθω ότι πήρα από αυτήν πολλά και σπουδαία μαθήματα ζωής. Κατάλαβα πραγματικά πως καμιά δυσκολία δεν μπορεί να μας νικήσει αν η ψυχή μας δεν γονατίσει. Η Νέβη είναι ένας άνθρωπος που ορθώνει την ψυχή της και στέκει με αξιοπρέπεια απέναντι από κάθε δυσκολία. Είναι όμως ταυτόχρονα τόσο ευαίσθητη και καλοσυνάτη!
Συνδυάζει σπάνια και μοναδικά χαρίσματα εμπνέοντας θαυμασμό και αγάπη σε όποιον την γνωρίζει. Δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ στο μεγαλείο της.