ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΡΤΑΣ






ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



ΕΦΗΒΙΚΑ ΔΑΚΡΥΑ ΣΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ


Εκεί που κατακρημνίζομαι
για ν’ αποδείξω πως υπάρχω
παρακαλώ σπαρακτικά για λίγο φως

τα δάχτυλα χορεύουνε
στις όχθες μιας αρχαίας μαχαιριάς 
προσμένοντας λίγη ακόμα οδύνη 

μπήκε ο χειμώνας παγερός
ίδιος προάγγελος θανάτου 

μαύρο το χιόνι μου χαϊδεύει τα μαλλιά
εκεί που χάνομαι βουβός μες στο ποτό μου

ό,τι έπιασα μου γλίστρησε απ’ τα χέρια
κι έγινε ύπνος βαθύς
σε απύθμενα πηγάδια

Ποιά σκέψη θα τους έρθει πρώτη στο μυαλό
όταν με βρουν κοκαλωμένο
στο ανεμοδαρμένο μου κρεβάτι;



Η ΑΝΟΙΞΗ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕ ΕΡΗΜΗΝ ΜΑΣ


Σου ζήτησα να διαλέξεις προορισμό
κι εσύ μου έδεσες τα μάτια
μ’ ένα σκουρόχρωμο φουλάρι 
η φωνή της Patti Smith
έκανε πιο φιλόξενα τα χέρια σου
τα ‘χες αφήσει πάνω μου αδέσποτα
να σπέρνουν δίψα και γαλήνη
το δωμάτιο μύριζε υγρό δέρμα
ριχτήκαμε σ’ έναν γρήγορο χορό
σαν δυο νιφάδες
μαγεμένες από απρόβλεπτους ανέμους
μέσα σου
γεύτηκα του λυκαυγούς τον καλπασμό 
το δωμάτιο μύριζε σαλπάρισμα
είπες πως είσαι κουρασμένη 
κι έτσι η άνοιξη αναχώρησε ερήμην μας.




ΚΑΙ ΕΙΠΑ ΛΕΞΕΙΣ ΛΥΡΙΚΕΣ


Και είπα λέξεις λυρικές κάτω από άθλια ξενύχτια 
για να ραγίσω την ταφόπλακα που ρίξαμε στα στήθη μας.  
Χώθηκα πάλι στα σεντόνια σου
γυμνός και μεθυσμένος
κάτι μου ψιθύρισες στ' αυτί
εγώ παραληρούσα 
τα δόντια σου βουλιάξανε στα χείλη μου
μια βρώμικη ανάσα μας αγκάλιασε  
μας έστειλε να μείνουμε σε σπίτια χωριστά
ο έρωτας απανθρακώθηκε μαζί με τα τσιγάρα που κεράσαμε
ήταν κι αυτός μια μαριονέτα στα χέρια του ναρκισσισμού μας. 




ΑΛΑΡΓΙΝΗ


Η σωτηρία μου εξανεμίζεται κάτω από αιχμηρές αλήθειες
μα εγώ κρατώ το αγαπημένο σου λουλούδι
και από μέσα μου αναβλύζει ένα φως εκστατικό.

Έζησα για τις ώρες
που η φωνή σου πάγωσε την άμμο στην κλεψύδρα μου.
Βλέπω το γελαστό σου πρόσωπο σε μια φωτογραφία
έτσι μαθαίνω περισσότερα για το δικό μου γέλιο.

Το γέλιο μου ψυχορραγεί 
εσύ μου λες να το αγαπώ
και σε πιστεύω 
αλαργινή μου αγαπημένη.


ΚΟΧΥΛΙ


Πεθαίνω σ’ έναν τόπο μακρινό
και χαιρετώ το φως μ’ ευγνωμοσύνη                                                                                        
ήμουν ένα κοχύλι σε τούτη την απόκοσμη ακτή 
που πάνω του γαντζώθηκε των φόβων η αρμύρα.

Τώρα που τραγουδώ το ύστατο αντίο
δίπλα μου θέλω φάτσες γελαστές
για να ξεχνώ πως το σκοτάδι πότισε  
τον κήπο της ψυχής μου

οι παπαρούνες στα λιβάδια θα μαραίνονται     
κι εγώ τα μάτια μου θα κλείσω τρυφερά
θα μείνω ξένο σώμα μέσα σ’ ερείπια παλιά  
και σε τετράδια ξεχασμένα.

Πεθαίνω σ’ έναν τόπο μακρινό                                                                                                      
κι ένα θαμπό αστέρι θα κρυφτεί μες στο παλτό μου                                                                 
θαμπό σαν την αλήθεια μου
τι να μου κάνει ο θάνατος αφού ποτέ δεν έζησα σ’ αυτό το αχρείο σώμα;




ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΗ


Η γειτονιά ερήμωσε   
θολώσαν από εγκατάλειψη τα τζάμια   
το φεγγάρι φτύνει πάνω μου 
κουρελιασμένες υποσχέσεις 
κι έχω τραβήξει όλα τα βλέμματα τυχαία.

Κουβεντιάζω με αποδημητικά πουλιά 
μέσα σε ρούχα που μυρίζουν ναφθαλίνη     
κατάκοπος μεθώ απ’ την αιμορραγία 
κάποιας παλιότερης ζωής.

Σκάψτε μια τρύπα
να χύσω μέσα δάκρυα και φιλιά
σαν ξημερώσει θα σας χαιρετώ
λέγοντας ψέματα πως πάλι θα συναντηθούμε.




ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΜΑΡΜΑΡΩΝΟΥΝ ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ


Αφήνω στοχασμούς και αναμνήσεις
να κείτονται σ' ένα πολύβουο παζάρι 
μη με ρωτάς τι θ' απογίνω
βάστα μονάχα την πνοή μου
για να μην πέσω στο γκρεμό.




ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ


Κάθε που τελειώνει ο Σεπτέμβρης 
αυτοεξορίζομαι σ' εκείνο το αβέβαιο όνειρο 
που τρύπωσα κρυφά σ' ένα απ' τα δειλινά σου.

Εσύ με καλωσορίζεις κι ύστερα ενώνουμε τα βήματά μας,
αναριγούμε σύγκορμοι,
η λησμονιά φυλλορροεί στο άκουσμα των στεναγμών μας
και τα πυρακτωμένα αγγίγματα γίνονται η πιο γλυκιά πατρίδα.
Πλαγιασμένοι στο ίδιο κρεβάτι ονειρευόμαστε ότι πετάμε πάνω απ' τη φωτισμένη πόλη    
- τόσο ειδεχθής μας φαίνεται η αλήθεια -   
και κάπου εκεί εσύ αφήνεις το χέρι μου, 
απομακρύνεσαι,
γίνεσαι ένα με τ' ανθισμένα αστέρια, 
ένα με το αβέβαιο όνειρό μου.

Γεννήθηκες για να 'σαι ανυπέρβλητη.

Σαν ένα άρωμα από στίχους που δεν έγραψα ποτέ...   




Ο Χρήστος Κάρτας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1993 στην οποία και ζει. Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Δασολογίας & Φυσικού Περιβάλλοντος του Α.Π.Θ. Δεν έχει ακόμη εκδώσει κάποια ποιητική συλλογή, ωστόσο ανέκδοτα ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.  

ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ













ΜΑΡΕΡΜΑ  (2016)


 

Μάρερμα


Μάρερμα
Παλιό ξεχασμένο φυλαχτό των Ίνκας
Μάρερμα
Χάδι βαμμένο με βερνίκι λατρείας
Μάρερμα
Αρμύρα που καίει το βράδυ τα χείλια
Στενεύω τον κόσμο να γίνει ευθεία
να τον ταξιδέψω με μία ταχεία
Αέρας η ζωή

Ώρα την ώρα χάνουμε χρόνια
Φιλί φιλί γινόμαστε παλιοί

Μάρερμα
Γεύση κορμιού στο χώμα
Μάρερμα
Γραμμή πρωινού στου πόνου το χρώμα
Μάρερμα
Χρυσό δαχτυλίδι με πέτρα την τύχη
Σκαλίζω τον κόσμο να γίνει δυο στήθη
ν’ ακουμπήσω μια νύχτα τα χείλη
Δωσ’ μου ζωή.



Ισοπέδωσε


Ισοπέδωσε τον ουρανό
να γίνει ένα με τα πέλματα
για να πλέουνε τ’ αστέρια
σε πελάγη παραπατήματος

Ισοπέδωσε τα χείλη
για ν’ αποκτήσει το φιλί
την αιωνιότητα του παρθένου
και την αγνότητα του πρώτου

Ισοπέδωσε τον μαστό του ηφαιστείου
να μη χαθεί το γάλα της γης
στην έκρηξη της λίμπιντο
και τη μητρότητα της πέτρας

Ισοπέδωσε τον έρωτα
να γίνει ένα με το χώμα
για να μείνει ο πόνος ξεχασμένος
κάτω από τις πέτρες.




Σκουριασμένα λεωφορεία


Τα χέρια μου βασανίζουν οι εικόνες της χειρολαβής
σε σκουριασμένα λεωφορεία παγωμένης ασφάλτου

Την εκατοστή φορά που μέτρησα τα δέντρα
από τα τζάμια
ήταν για να μοιράσω τη ζωή μου
σε στοιχίες Σεπτέμβρη και Απρίλη

Την τελευταία φορά που μέτρησα βιτρίνες
ήταν για να δω αν η ζωή μας
χωράει σε μπλε και πράσινους λαμπτήρες

Τα χέρια μου βασανίζουν εικόνες
από ρόζους κουρασμένου τιμονιού
σε σκουριασμένα λεωφορεία παγωμένης ασφάλτου

Την εκατοστή φορά που βγήκα από τον δρόμο
ήταν για να δω αν η ζωή μας
αντέχει στην ολισθηρότητα της πέτρας

Την τελευταία φορά που γύρισα τιμόνι
ήταν για να δω αν η ζωή μας
μετριάζεται στη δύναμη της πέτρας.




Αναγέννηση


Πίσω από τα κινούμενα σύννεφα
προβάλλει ένα χέρι
που κουβαλάει τα δάκρυα των αιώνων
και τα ρίχνει στη γη βροχή

Για να καθαρίσει αυτός ο τόπος
χρειάζεται λυγμούς
και χέρια πονεμένα να τον ζωγραφίσουν
αναπαρθενεύοντας τα χρώματα και την έκφραση

Η γη χρειάζεται ζεστή φωλιά
για να κρύψει τα νεογνά της
μέχρι το πέταγμά της να αγγίξει τον ουρανό

Θυμάμαι κρύες σελίδες χειμωνιάτικου βιβλίου
να ζητούν τον έρωτα μιας περασμένης εφηβείας
αλλά όχι χαμένης
μέσα από άυλα σώματα
που ' χαν μονάχα ένα φως στο κέντρο

Δάχτυλα να αντιστέκονται στην ορμή του
και να αφήνονται

Αυτό το ποτάμι χρειάζεται Έρωτα
για ν’ αγκαλιάσει τη θάλασσα.




Ο έρωτας


Ο έρωτας
Μικρό κοχύλι ψημένο από την άρμη
Κλεψύδρα που της κλέψανε τον χρόνο
Κόκκοι που καθρεφτίζουν την οικουμένη
Ηχώ που λησμονάει τον εαυτό της

0 έρωτας
Λιοπύρι από παρθενικά τζιτζίκια
Τραγούδι από μήτρα ξεχασμένη
Πορφύρα από ξυπνημένο αίμα
Φλέβες σχηματισμένες στις ρίζες της γης.




Όταν κοιμάμαι


Όταν κοιμάμαι,
χάνω κάτι
από το μισό του φεγγαριού,
το καθαρό πρόσωπο της Οικουμένης
από το άλλο μισό που κρύβει τα σκοτάδια της
από τις γραμμές των αστεριών
που δρομολογούν τις ευχές μας
από το λυκαυγές που χαράζει στα μάτια των ελαφιών

Όταν κοιμάμαι
ξυπνούν μέσα μου οι σταματημένες μέρες
και πιάνονται μαζί στο γαϊτανάκι
ακτίνες στον κύκλο των καθαρών μου χρόνων

Όταν κοιμάμαι
κινούν οι άσπροι καβαλάρηδες
ν’ αφήσουν τα χνάρια τους στη γη μου

Όταν ξυπνήσω την έχουν διατρέξει όλη
και τώρα,
χαρίζουν τ’ άσπρα τους άλογα

Στο σήμερα.




Κυριακή 11/1


Στο στέρνο της μέρας
το ανάγλυφο των στιγμών της
Χρόνος επιούσιος
μιας αιωνιότητας φαεινής
Στίλβη των δυς
Νίκη των ευ

Στα δάχτυλα της μέρας
ζυγιάζονται οι αετοί της
Λίγο πιο ψηλά στις ασίκικες βουνοκορφές της
λίγο πιο βαθιά στον στόχο του κέντρου της

Στο μέτωπο της μέρας
λιώνουν οι πυρετοί της
Καημοί μιας αργοπορημένης ευτυχίας
λιοπύρια μεσημβρινού πόθου

Στα χείλη της μέρας
διψούνε οι λέξεις της
αναζητώντας την αρμονία της σύζευξής τους

στα σημαινόμενα των ονείρων μας.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ







    ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ  (2012)



ΥΠΝΟΣ ΑΝΤΙΠΟΙΗΤΙΚΟΣ

 Κάποτε νιώθω τόσο κουρασμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ
με διάθεση
πέραν του ύπνου.
Να κοιμηθώ
βαθιά
να μην ακούω.

Η κενότητα των λόγων σας
η ματαιότητα των πράξεών σας
υπνηλία μου φέρνουν
θανατερή.
Να κοιμηθώ χωρίς όνειρα
τα όνειρα
αντίγραφο όσων ζω
καθρέφτισμα των λόγων σας
της θρασύτητάς σας
εγώ τα έχω σιχαθεί.

Δε θέλω να βλέπω
μέσα σε συμπληγάδες βλακείας
επηρμένης
οιδηματικής
σαν πτώμα με μύγες πράσινες
να γυροφέρνουν
την πατρίδα μου την ίδια.

Θέλω να κοιμηθώ•
νομίζοντας πως κοιμάμαι
να συνεχίσω.



ΝΟΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ


                             Στην πατρίδα πάλι και στους πολιτικούς της


Τέλεψαν τα πανηγύρια
του ανερμάτιστου Λόγου
οι κρίνοι
της αειπαρθένου κυήσεως
οι θρήνοι
το έλαιο στους λύχνους
των μωρών παρθένων
οι μαστιγώσεις
οι εμπτυσμοί των ηλιθίων
τ' ακάνθινα στέφανα
των εμπαθών

τετέλεσται όλα
με την αλήθεια του νου.
Η τρέλα στους υπονόμους
τα κεφάλια μέσα

πολιτικοί της πεντάρας
αρχιερείς γυμνοί από φαιλόνια
και χρυσά
άσπρα βρακιά όλοι
μηδενός εξαιρουμένου
βρακιά χεσμένα.

Τα πλυντήρια των λέξεων
αρνούνται να στραγγίσουν το νόημα
της ρυπαρότητας
τ' απορρυπαντικά σήκωσαν τα χέρια
και με την Ανάσταση του νου
ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Είτε, δηλαδή, αφαιρούμε
τον ακάνθινο στέφανο
από την κεφαλήν Αυτής -
μπήγοντας στην καρδιά ο καθένας τ' αγκάθι
μοιραζόμενοι τους εμπτυσμούς που μας αναλογούν
τα ραπίσματα
χάριν Αυτής -,
είτε κρινόμαστε ανάξιοι κάθε Σταύρωσης
κι από δω και μπρος
ο καθείς τον Γολγοθά του,
μπαγάσηδες.



Τρίτη Διακαινησίμου, Απριλίου έκτη, 2010, εν Λευκωσία






ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ


                                             Στον Λευτέρη Παπαλεοντίον

Ψες δεν έκλεισα μάτι.
Έβλεπα όνειρο παιδικό
έναν εφιάλτη
πως εκδρομή πηγαίναμε
στην Καρπασία
γιαλό γιαλό.

Περάσαμε κι απ' το χωριό
καποιανού φίλου.
Που έμοιαζε άλλοτε μικρός
και άλλοτε μεγάλος
κι έκλαιγε γοερώς.

Ήτανε τούτη η σατανική εναλλαγή
που με ξυπνούσε κάθε τόσο.

Έκλαιγε λέγοντας πως το χωριό του
δεν το γνωρίζει πια.
Μα δεν το ξέρω, έλεγε
νυκτοβατώντας σαν αγγελούδι
αρπαγμένος στο καπό
και έλεγε πως όλοι μας
κανονικά έχουμε ένα χωριό
μια μήτρα που αγαπάμε.



ΧΙΟΝΙ ΣΤΟΝ ΠΕΝΤΑΔΑΧΤΥΛΟ



Άσπρη μέρα, επιτέλους,
σαβάνωσε την ημισέληνο
στο αμίλητο βουνό.
Αναίσθητος όμως ο ήλιος
βούρτσισε στο πι και φι
το αθώο χιόνι
δεν είχε αίσθηση του τι ποιεί.





ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

 

ΟΝΕΙΡΩΔΥΝΙΑ


Κείνα τα κόκκινα μυρμήγκια
τα υπερμεγέθη
που τρέχουν σαν μηχανές
παίρνουν και φέρνουν στα όνειρά μου
καβαλάρηδες

χωρίς κράνος
μήτε κεφάλια

που γελούν όμως
μαρσάροντας
ξέρω πως γελούν.

Κι εγώ να φοβάμαι
πως έρχεσαι

με το κεφάλι κομμένο

να με ασπαστείς.

Καίτοι
στο διηνεκές
η απουσία σου.




ΕΥΤΥΧΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ


Οι ευτυχείς Ημέρες της ζωής του
έρχονται κάποτε
μάγισσες
αναμαλλιάρες
του θυμίζουν καγχάζοντας
την ελαφρότητά του
όταν τις είχε
γυναίκες στο κρεβάτι
με στήθη ηφαιστειακά.

Να, μαλάκα, του κάνουν
μουντζώνοντάς τον,
γιατί δε φύλαγες
κάποιες μας
για τα καλά στερνά;

Κι’ εκείνος
να τις κοιτά καχύποπτα
θαμπές
μέσα από το γυαλί του ονείρου.

Ξυπνώντας,
να μετρά απλώς την πίεσή του
που έχει ανέβει αισθητά



ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΚΙ ΕΤΣΙ


Βρεθήκαμε
να ζούμε μιαν κατάσταση,
να την υπερασπιζόμαστε,
καθώς λεν, με το αίμα μας
και να τη μισούμε
με κρύα σοφία
και κοσμιότητα.

Περικυκλωμένοι σ' ένα
κιγκλίδωμα σιωπών
που θα μιλήσουν
με την αηδία του σκύλου
που κροταλίζει το βρασμένο κρέας
και τη θαλπωρή.

Μπορεί να μείνουμε κι έτσι
ως τη συντέλεια
πρότυπα υποταγής
μαζικής τρέλας
σαν είδος ζωής.


Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ


Η θάλασσά μου
δύστροπη σήμερα
γι’ αυτό δεν μπήκα μέσα της
μέχρι να κατευνάσουν τα νευράκια της
να’ ναι καλή μαζί μου
να μου φιλά το σώμα
εγώ να γλιστρώ στο βυθό της,
έμβρυο
να με περνά απ’ τον κόλπο της
να με αναγεννά
στα ιαματικά της ξεπλένοντας
τη θλίψη μου.



ΕΝΥΠΝΙΟ


Την ανακαλεί στον ύπνο του
από το διαδίκτυο παλιών καιρών
όπως φακίρηδες τα πνεύματα
και παπάδες από την Ωραία Πύλη
την Πλατυτέρα των Ουρανών.

Αυτή
παγιδευμένη στο μαγνητικό πεδίο του
νιώθει νευρικότητα
διστάζει
μα δεν μπορεί παρά
να καθελκυστεί σαν καραβάκι
κάποτε
στ’ ονειρικό επίνειό του.
Αν και αναποφάσιστη
ενίοτε εχθρική
περιμένοντάς τον
να πατήσει τη σκανδάλη του enter.

Αυτός,
καίτοι χαρούμενος
για τη λυσιτέλεια της πονηριάς του
αδρανεί.

Μάγος καλός
μα διόλου πια
τεχνίτης.




ΔΙΚΗ


Θα 'πρεπε να 'χε τελειώσει
από χτες η δίκη
για την κλοπή του χαμόγελου
στη δυναστεία της θλίψης•
όπου ξεπουλάν
παράνομες χαρές
ως να ήταν περιττές
επαίσχυντες
ως να μην ήταν πετράδια
αιωνιότητας
κι αθανασίας, έστω
μες στη γενική ψευδαίσθηση
και την απόλυτη λήθη.

Αν βγάζαμε την ψυχή μας
τη μουλιάζαμε
στη χλωρίνη του πένθους
τη στεγνώναμε
στ' αγκάθια
και στους ίσκιους μας
θα μπορούσαμε ίσως
να μιλάμε με παρρησία
στους δικαστές

που μας χέζουν ολοσχερώς
λες κι οι ίδιοι δεν κακούργησαν ποτέ
στον έρωτά τους –
την τυφλή τους δικαιοσύνη.



ΑΓΕΝΝΗΤΑ ΒΡΕΦΗ


 Πόσα διηγήματα
χάθηκαν μέσα στον ύπνο
σαν αφύλακτα παιδιά του δρόμου
πόσες ποιήσεις
καταβρόχθισε
και δεν έφτασαν ως το πρωί.

Διαφορετικοί κοιμόμαστε
αλλιώτικοι ξυπνάμε
μην ξέροντας σε ποιο κρεβάτι
μένει έγκυος η μνήμη
με ποιον μας απατά μες στο σκοτάδι

σε ποια κλινική
ή κάδο απορριμμάτων
τ’ αποβάλλει

χωρίς ένα χάδι
ανάγνωση νηφάλια
πρωινή.



ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ

  
Κατόρθωσες κ ι αυτό ,
συγγραφεύ μέγα,
να προδίδεις φίλους
με τόση ευκολία.
Μετά από ενδελεχή προπόνηση,
εννοείται.
Ξεκινώντας από τον εαυτό σου
που κρυβόταν χρόνια
παριστάνοντας τον ρέμπελο
γράφων επιτηδείως –
ακόμη και άσιτος έμεινες
επί μακρόν.

Ώσπου συνήλθες
πρώτα οικόσιτο
σε πισινές αυλές,
εν συνεχεία
ορθά κοφτά τα είπες
–όπως τα ήθελαν–
έγινες δεχτός στα σαλόνια τους
που

«να, προς τα κει πέφτουν!»
έλεγε ο Σκαρίμπας
μουντζώνοντάς τα–
μα κι ο Βάρναλης,
θαρρώ.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ





88 εν κινήσει  (2016)








εθισμός


Βυθίστηκα στην άμμο
να σπρώξω τη γη να βολευτεί καλύτερα 
στην ακρογιαλιά



από μέσα


ρόλους παίζουμε όλοι
μερικοί τους ξέρουν καλύτερα
άλλοι ξέχασαν τα λόγια τις κινήσεις τις στάσεις
πολλοί δεν ξέρουν καν που ’ναι η σκηνή

όσοι κάνουν πως ξέρουν
παίρνουν συνεχώς τηλέφωνο αυτόν που νομίζουν για σκηνοθέτη
και ρωτούν άσχετες λεπτομέρειες

αυτοί είναι και οι περισσότεροι
σκοντάφτουν συνέχεια
σηκώνονται σαν να μη συμβαίνει τίποτα και ψάχνουν τον υποβολέα
χωμένο σε μια τρύπα
είναι ο μόνος που ξέρει τα λόγια αλλά δεν τα καταλαβαίνει
στριφογυρίζει στη σιγουριά του λαγουμιού
αλλά βιάζεται να τελειώνει και να βγει
έχει να μάθει το ρόλο του

απέξω



and Gabriel will blow


τι καλύτερο για ένα γερόλυκο
παλιόγατο απ’ το να παίζει τα ρέστα του
σαν αρχάγγελος δονείται
με ανάσα κυκλική ζεστή

πετά πάνω απ’ όλους

...φύσα
ατάκαρέ τα
 πες τα όλα...

με αδιάκοπες κινήσεις
εκτινάξεις
και χάρη των παλαμών
σπείρε τις αρμονικές ψηλά!

στον αγέρα

μέχρι ο Κύριος να σε επαναφέρει στην τάξη




παρτιτούρα


στις τέσσερις νότες που παίζω η μια είναι λάθος

λέω να τη βάλω στην αρχή
έτσι έξι σωστές στη σειρά

όταν ξανάρθει πάλι η λάθος
την χρωματίζω ανάλογα
κάθε φορά άλλο
την κάνω να φαίνεται ωραία
χρειαζούμενη
σα να την εννοούσα
εκεί που έπρεπε
τη σωστή την ώρα

αναπόφευκτη

αν πέσουν κι άλλες πράσινες τις μαζεύω γρήγορα και τις στοιβάζω
σε καινούργια σειρά σαν σωστές

ξαναβάφω

οπότε πάλι μια στις τέσσερις λάθος
κι έτσι το ανακάτεμα...

όσο πάει μεγαλώνει η αλυσίδα των πρώην «λάθος» που
ομαδοποιήθηκαν σε σωστές σπείρες
οι καινούργιες «λάθος» πιθανόν και να ’τανε σωστές σε κάποιο
άλλο έργο ή και σ’ αυτό σε άλλο χρόνο

όλο και δυσκολεύει...

παίρνω και καμιά ανάσα μέχρι να δω τι θα κάνω
οι άλλοι κρατάν την αναπνοή τους

και να το κόλπο γκρόσο

παίζω ό,τι να ναι με ό,τι χρώμα βγαίνει και πάμε για φινάλε

κρατάω μια τυχαία που έπεσε από το σακούλι των απορριμμάτων
και την κραδαίνω με ορμή μπρος στην ομήγυρη

μ’ ωμή ανεμελιά

έτσι

να δίνω την εντύπωση πως ξέρω
τι ναι αυτό που κάνω




λίγο μετά


αφού γλίτωσα από του χάρου τα δόντια
αποφάσισα να πάω πιο πέρα
το τι έγινε στη συνέχεια δε περιγράφεται...

γυρίστε αριστερά ό,τι φανεί αυτό είναι
το ίδιο κι απ’ την άλλη

πίσω μπρος δεν έχει

είναι η θέα αυτού που στέκεται προφίλ σας
και γυρνά να δει

α μα δε τον γελάς το χάροντα
μόνο θα περιμένει να τελειώσεις



κλίσεις


έχω γίνει αποδέκτης λάθος κλήσεων αρκετές φορές

νόμιζα πως ήταν για μένα
πολλές φορές θα το ’θελα

πήρα γραμμή και πήγαινα
μπροστά κι όπου με βγάλει
αριστερά δεξιά μου γνέφανε νοήματα
ίσα μόνο κοίταζα ταγμένος κολλημένος
δεν έπαιρνα μηνύματα από κανένα μέσο

τζάμπα ξοδεύτηκα

κανείς εκεί που έφτασα ούτε σωστή η ώρα

πίσω μου σαν κοίταξα σταμάτησα γι’ ανάσα
μου ’γνεφαν κάποιοι που νοιάζονται το δρόμο που βαδίζω

έργα πολλά χρειάζεται να στρώσει




αγωνία


τόσοι κόσμοι όσοι


άνοια


αν παρ’ ελπίδα μου φύγει μια βίδα
θα ξεπεζέψω να τη μαζέψω
να ξεμπερδεύω

αν δε ξέρω που μπαίνει
τη βάζω στην τύχη -

άλλωστε πολλές επαφές μου
θέλουν σύσφιξη



στο περίπτερο


δεν θα πάρω
καπνίζω εσένα



ερμηκτήριο


δύσκολο να το βρεις
αν δεν είναι μέσα σου
αν δεν είσαι μέσα του



νάρκη


ίσως κάνει για όλα
δίνει δέρμα απαλό
το μάτι καθαρίζει
τα μέλη είναι σα λάστιχα
τα όργανα αράζουν

περνούν οι δύσκολοι καιροί οι ζάρες ξανασιώνουν
δε νιώθεις τόσο τη βροχή και το αγιάζι

οι άγιοι τη πέφτανε χωρίς διακοπή της σύνδεσης

τώρα συνδέει άγριους ζωντανούς
μ’ ένα βαρύ κεφάλι
γεμάτο από τίποτα

κάθονται στη ν άκρη

δεν αρκεί



επίκαιρα


οι άπειρες εντυπώσεις
του σύμπαντος

ανά πάσα στιγμή

καθρεφτίζονται στον αόρατο θόλο
σαν ψηφιδωτό

απ’ έξω φαίνονται
σε παραμόρφωση

ανάλογα τον τύπο της όρασης

τα καλύτερα ψήγματα
αποθηκεύονται

για μελλοντική
διασκεύαση

  
  

συγκινήσεις


νομίζω πως κάτι νιώθω κάπου κάπου
όσο πιέζομαι όμως δε βγαίνει τίποτα

τυφλά κινώ τα χέρια στον αέρα
παραμόρφωση στο στόμα
η γλώσσα έξω στριμμένη τα μάτια διασταυρώνονται
τα πόδια τρέμουν

ίσως αυτή να ’ναι η αγάπη
μέχρι να πέσω σε κανα λάκκο

χώμα στο στόμα
καταπίνω γερές μπουκιές
μα όλα αυτά τα ’χω ξανακούσει κάπου

πλιτ πλιτ πληκτρολογώ αηδίες
πως με ανέχονται δε ξέρω

τώρα έτοιμος είμαι να πω αλήθειες

το νερό ορθώθηκε και κάλυψε την ξηρά
και ’γω έτρεχα να σωθώ
ήταν ωραίο αυτό το υγρό πράμα που έμπαινε παντού
κι αν είχα πάνω μου ένα πορώδες μέρος
θα μου ’μπαίνε και θα ’φεύγε χωρίς να με πειράξει
μόνο θα ήταν καθαρίστρια και υγρόφιλη μου
την άλλη φορά θα κάτσω να με διαπεράσει στο εδώστρωμα



φώσμωση

(είμ’ σοφός)

φήμες ακούστηκαν για ένα
καινούργιο τόπο

τη μέρα όλα ίδια
νύχτα δεν έρχεται

αργότερα θα φανεί η διαφορά




αναρχία


δεν υπάρχει
εν τέλει
τελείωσε...
τελεί ως έ
να προς ένα
προς άνω αρχή



εν κινήσει


σαν σε ζητήσει ο θάνατος
να του πεις

.. .δεν αδειάζω τώρα...

πάρε με μια άλλη στιγμή
που να ’χω

λίγο χρόνο












 Ο σαξοφωνίστας, συνθέτης και πανεπιστημιακός Δημήτρης Βασιλάκης είναι Έλληνας τζαζ μουσικός με διεθνή καριέρα και ηχογραφήσεις σε μία από τις ιστορικότερες εταιρείες, την Candid Records που εδρεύει στο Λονδίνο.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αθήνα, αρχικά μαθαίνει πιάνο, κιθάρα και βιολί και σπουδάζει χημικός μηχανικός. Τελικά η μουσική τον κερδίζει και μεταβαίνει στο Λονδίνο όπου εγγράφεται στο London College of Music. Αποκτά δίπλωμα στο κλασικό σαξόφωνο, κερδίζει πανεπιστημιακά βραβεία και εντάσσεται στην τοπική jazz σκηνή με εμφανίσεις στα διάφορα κλαμπ και μούζικ χώλ του Λονδίνου. Η πανεπιστημιακή του καριέρα διαρκεί πάνω από μια πενταετία και κορυφώνεται με υποτροφία από τον Βρετανικό συμβούλιο για σπουδές στο jazz σαξόφωνο και την σύνθεση και την απόκτηση του πτυχίου LRAM στην Διδασκαλία της jazz. Επιστρέφει στην Αθήνα όπου μεταλαμπαδεύει τις γνώσεις του σε Ελληνικούς μουσικούς κύκλους και αρχίζει ένα συνεχές ταξίδι live εμφανίσεων σε Ελλάδα και Ευρώπη. Έχει συνεργαστεί και περιοδεύσει με σπουδαίους μουσικούς, όπως ο Abdullah Ibrahim, ο Ralph Peterson, ο Andy Sheppard, ο Marc Johnson, o Alfredo Rodriguez, o Ed Schuller, ο David Liebman, o Bobby Watson, o Jeff Tain Watts και άλλοι.

Το 1999 ηχογραφεί στην Candid το ντεμπούτο του με τίτλο “Secret Path” και το 2001 με την συμμετοχή και παραγωγή του David Liebman , το “Daedalus Project – Labyrinth”, ένα άλμπουμ που γρήγορα δέχτηκε εξαιρετικές κριτικές διεθνώς. Στο τελευταίο του άλμπουμ “Parallel Lines” συμμετέχει ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους μάστερς της ντραμς, ο Jeff Tain Watts. Ο Δημήτρης Βασιλάκης ταξιδεύει και παρουσιάζει την μουσική του συνεχώς στον κόσμο, από το Λονδίνο στην Νέα Υόρκη, σε διάφορα διεθνή φεστιβάλ αλλά και στην Θεσσαλονίκη όπου διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Η ποιητική συλλογή "88 εν κινήσει" είναι η πρώτη του ποιητική παρουσία.








ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ






ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ  (2016)





Ι.   ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ


ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ


                   Πεθαίνουν τα κλαριά απ’ αγάπη
                                                            F.G. Lorca

Ρωτώ την ποίηση
για το σχήμα της λύπης
την ιτιά μου δείχνει
το δέντρο που πονά, αυτή
με γερμένα τα κλαριά
προσκυνά βουβά το χώμα
Νευρωνικό αντίστοιχο
λέει η επιστήμη
γυναίκας κλαίουσας που
με λυτά τα μακριά μαλλιά
θρηνεί ασάλευτη
του έρωτα
το φθαρτό σώμα



ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟΦΥΛΛΑ


Τράβηξε τον σιδερένιο γάντζο
που κρατούσε τα παντζούρια στον τοίχο
και τα έκλεισε
σα να κλείνει ντουλάπι
σα να κλείνει φέρετρο
σα να θάβει γονείς
στο μικρό δωμάτιο
χωρίς τύψεις
πατέρας μητέρα
θαμμένοι
ο κόσμος
απέραντος και ζωντανός
περιμένει
τον καλεί
να ζήσει
Μπαίνοντας
άκουσε τον πατέρα
«τόση ώρα
για δυο παραθυρόφυλλα»



ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Χρόνια γλυπτικής ο άνεμος
κι η θάλασσα
κι ο βράχος
λιγοστεύει φλούδα φλούδα
Έτσι σμιλεύεται ο στίχος
Με ινδιάνικο βλέμμα
ο ποιητής συνδέει την εξωτερική πραγματικότητα
με την εκδοχή που φτιάχνει ο νους του
δεν τραγουδά
δεν επιδίδεται σε ζωγραφική τοπίων
Με τη σοφία των κύκλων της φύσης
λειαίνει τη διαχωριστική γραμμή
ανάμεσα σε ζωή και θάνατο
αποσπά το ουσιώδες απ’ τα πράγματα
το αιώνιο απ’ το προσωρινό



ΜΙΣΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΚΑΦΕΣ


0 ύπνος ιερή συνήθεια
είτε ελαφρύς
εμβρυακός
είτε πολλά βαρύς
με χάπια παπαρούνας
άλλοτε πέφτεις για ύπνο
και πέφτεις και πέφτεις
όλο βαθύτερα
βυθίζεσαι στο κατακάθι
με τα τετράδια σου
άγραφα τριαντάφυλλα
να έχουν ήδη βουλιάξει
το χέρι μόνο που κρατάει το μολύβι
έχει μείνει απ’ έξω
τελευταίο σινιάλο
άλλοτε πλέεις στο καϊμάκι
φτερά από παιδικά φαντάσματα
τότε που ζεστός
τρελός ποιητής ξυπνούσες
κι έγραφες στίχους
στη γαλάζια πιτζάμα σου



ΙΙ.  ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

  

ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ


Ξυρίστηκα
χτένισα τα μαλλιά μου
έβαλα τα καλά μου
κι όπως ο ερωτευμένος προτού
φιλήσει το κορίτσι τ’ αγκαλιάζει
χάιδεψα το βελούδινο δέρμα
παραδόθηκα στη μυρωδιά
πριν γευτώ τη γλύκα
της συλλογής
που μου χάρισε ποιητής αγαπημένος



ΕΚΤΗ ΑΙΣΘΗΣΗ


Η αίσθηση ότι
σε γεύεται
σε αγγίζει
σε ακούει
σε βλέπει
σε αναπνέει

μόνο εκείνος



ΑΠΟΛΟΓΙΑ


Μάρτυς μου τα δάκρυα
ορκιζόταν
λες κι ο πόνος
είναι ζήτημα αλήθειας



ΙΙΙ. ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΙ




ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ


Ζω
για σένα
σε ακολουθώ
πιστά
σαν σκιά
η πιο διάσημη
στη δύση σου θα ιδωθούμε
είπε ο θάνατος στη ζωή

Πεθαίνω
για σένα
ξανά και ξανά
δεν θα αναστηθώ
δεν θέλω να σε συναντήσω
ξανά
είπε η ζωή στον θάνατο



ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ


Κάθισε στην ανάστροφη καρίνα
η μπλούζα ασήμιζε από τα λέπια
χαμογελούσε με επιφύλαξη
μην είχε φύκια
ανάμεσα στα δόντια
(πού να ψάχνει τώρα
τον μπόγο της για νήμα)
Βρίσκεται ινσαλάχ
μίλια μακριά από τη φρίκη της πατρίδας
πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου



ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ


Απ’ το μίσχο έκοψα
το πορφυρό κεφάλι
αίμα χύθηκε μελάνι

παπαρούνα αειθαλής
ανθίζει μες στις λέξεις
με τρεις-τέσσερις έρωτες ακόμη

η νοσταλγία τους μαζεύει
στα κλεφτά
με τα λεπτά της δάχτυλα



ΑΥΛΑΙΑ


                             Κοίτα τον Πάρη, τον Τριστάνο,
                                    είναι ο έρωτας που τους έκανε να
                                    αναχωρήσουν από τον κόσμο αυτόν
                                                                                    Δάντης

Χιόνι πέφτει απαλά
άσπιλο άχρονο
βάναυσα λευκό
σβήνει τις γραμμές
των κορμιών
ούτε ήχος ούτε φως
γλιστρά ανάμεσά μας


                             Τώρα για πάντα δική σου








Η Μαρία Λάτσαρη γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Βιολογία στο ΑΠΘ και έχει διδακτορικό στις Νευροεπιστήμες. Εργάζεται στο Τμήμα Κτηνιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΑΠΘ. Έχει παρουσία σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια και δημοσιεύσεις σε έγκριτα διεθνή περιοδικά. Συμμετείχε στη μετάφραση των βιβλίων Φαντάσματα στον εγκέφαλο (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2004) και Όραση και Τέχνη (Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου, 2010).
Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό «Εντευκτήριο» (τεύχος 106) και στο συλλογικό έργο Ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης, ποιητικό ημερολόγιο της ιστοσελίδας Eyelands (εκδόσεις iWrite.gr, 2014).

Από τις εκδόσεις Μανδραγόρας κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες η πρώτη της ποιητική συλλογή ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

ΕΛΕΝΗ ΜΑΥΡΟΓΟΝΑΤΟΥ








ΔΙΣΕΚΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ  (2016)








ΑΥΤΟΕΚΠΛΗΡΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

  
Σ’ ένα άλλο αστέρι
κάποια άλλη εποχή
εκεί θα συναντηθούμε.
Με μάτια υγρά
και χέρια τραχιά
από όλα τα χάδια που σμίλευες
αιώνες πάνω σε σώματα ξένα.
Σε μια άλλη γη
καθώς ξημερώνει άνοιξη
θα σταθούμε απέναντι
μετρώντας εκείνο που μας χώρισε.
Το, δίχως εμένα, ανάρμοστο
της αυτοεκπληρούμενης
προφητείας σου.



ΔΙΣΕΚΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


Σ’ ένα χρόνο από τώρα
δεν θα θυμάσαι, αγάπη μου
πως τούτη τη δίσεκτη νύχτα
σ’ έψαχναν μικροί ναυαγοί
τα χέρια μου,
σκαρφάλωναν απεγνωσμένα
στους ώμους σου,
ξεδιψούσαν στο στήθος σου.
Δεν θα θυμάσαι, αγάπη μου,
πως μέχρι το ξημέρωμα
απάγκιαζα σε κείνον
τον φυλαγμένο όρμο
του κορμιού σου
εκλιπαρώντας ένα φιλί ζωής
βαθιά μέσα σου.



ΟΜΟΙΟΣΤΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ


Δεν κράτησα ένα φιλί να θυμάμαι
ένα χάδι να με ματώνει η μνήμη του.
Δεν κράτησα ένα φευγαλέο άγγιγμα
όπως δυο άνθρωποι που συναντιούνται
βιαστικοί μέσα στο πλήθος.
Δεν κράτησα.
Τα τελευταία μου λόγια παρακαταθήκη σου
σε δυο χαρτάκια σημειώσεων.



ΙΣΗΜΕΡΙΑ


Ανάμεσα στο χειμερινό ηλιοστάσιο
και την εαρινή ισημερία
σ’ αγάπησα.
Ούτε ένα καλοκαίρι μαζί σου δεν πρόλαβα.
Ούτε ένα ταξίδι από αυτά που μου έταζες.
Σ’ αγάπησα
μέσα στη βροχή
σε παγωμένα προαύλια.
Εφυγα όταν στον κήπο οι μαθητές
φρόντιζαν με τρυφερότητα τα πρώτα λουλούδια.
Και δεν έχω ένα φιλί σου να θυμάμαι.



ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ

         
Όσα αρνήθηκες     
τα τόσα πρωινά που ξύπνησα      
για να σε σκεπάσω.
Τις τόσες νύχτες   
που ξαγρύπνησα προσέχοντας     
την αναπνοή σου.   
Όσα αρνήθηκες     
ήταν εκείνα που ονειρεύτηκα.     



ΑΜΝΗΣΤΙΑ


Αμνηστία δίνω στα όνειρά σου.
Αθέατη προλογίζω τους κανόνες
που όλη νύχτα έγραφα
με το χέρι που κάποτε με τρυφερότητα σε άγγιζε.
Έριξα τα ρούχα που αγκάλιαζες
στον κλίβανο της λήθης
μα άφησα στα δάχτυλά μου
το άρωμα εκείνης της Παρασκευής·
το άρωμά σου.
Δίνω αμνηστία στην αξημέρωτη καλή μέρα σου
στην αργοπορημένη σου καληνύχτα.
Στο έλα σου, στο φύγε, στο δεν μπορώ.
Αμνηστία στον τρόπο που με κρατούσες
που κλείδωνες το σώμα μου δίχως ανάσα,
το σώμα που σπαρταρά τόσο καιρό για σένα.
Πιο πέρα δεν υπάρχει. Χωρίς το ναι του έρωτά σου,
πιο πέρα άλλο δεν μπορώ.



ΑΔΙΑΒΡΟΧΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ


Κι εγώ που δεν έχω
αδιάβροχο συναίσθημα,
σου ζητώ να έρθεις.
Στη μέσα καταιγίδα
μου αρκεί
να μ αγκαλιάζουν
τ’ αλεξικέραυνα χέρια σου.



ΔΙΑΦΑΝΟΣ


Φαίνονταν οι φλέβες των αστεριών
σε ουρανό διάφανο.
Ως εκεί σε ταξίδεψα.
Ολάκερους γαλαξίες να χωρέσω
σε μια σπιθαμή του καρπού σου.
Μετά τον τελευταίο σπασμό
δεν άναψα καν τσιγάρο.



ΑΝΕΜΟΣ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΟΣ


Άνεμος βορειοδυτικός φύσηξε
στρόβιλος από φιλιά σηκώθηκε άξαφνα
απ’ τη νοητή γραμμή που πάνω της έσβησε
κόκκινος ήλιος.
Περπατώ ξυπόλυτη
κατά μήκος της ακτογραμμής σου.
Μικρά κύματα ανατρέπουν σαστισμένα το ίχνος μου.
Τρίμματα σπάνε σταγόνες στο ανένδοτο σώμα μου.
Παραμένω όρθια.
Κυματοθραύστης που εμμένει.
Από τον πόνο αλώβητος.




ΕΝΤΟΣ


Θυμάσαι τη μέρα που σου έκανα έκπληξη; Θυμάσαι
εκείνο το πρωινό που σε κοιτούσα τόσο έντονα,
που φώναξες, «σταμάτα»; Κι όταν σου είπα, πως
το βλέμμα σου έλεγε «μη σταματάς», χαμογέλασες
και παραδέχτηκες πως άρχισα να σε μαθαίνω. Τώρα
σκέφτομαι πως δεν έχω κρατήσει τίποτα από σένα.
Ούτε το νούμερο του τηλεφώνου σου. Ούτε ένα
ενθύμιο δικό σου. Μόνο τη μνήμη. Μόνο τον έρωτα
κατακερματισμένο. Εντός.



ΒΡΕΦΟΔΟΧΟΣ


Δεν σώθηκε τίποτα. Ούτε μια μνήμη. Δεν σκόρπισες
καμιά λέξη στο πάτωμα, κανένα φιλί που είχε μείνει
μισό. Τα πήρες όλα.Έστω. Στο πανηγύρι των Ερώτων,
εκεί που κάθε χρόνο δέονται για τις χαμένες αγάπες,
βρήκα όλα τα κλοπιμαία. Έτοιμα προς πώληση.
Όλα. Ποιήματα και αυτοσχέδια καράβια από χαρτί.
Το όνομά σου ζωγραφισμένο πολλές φορές με
χρωματιστούς μαρκαδόρους. Όλα. Φωτογραφίες,
σημειώματα, κάρτες από περασμένη γιορτή, ευχές
γραμμένες από χέρι παιδικό. Τραγούδια. Κι αγγίγματα.
Εκεί τακτοποιημένα στη σειρά. Όλα προς πώληση.
Πόσο στοιχίζουν; ρώτησα. Τ’ αγόρασα. Όλα. Και
τ’ απόθεσα τρυφερά στη βρεφοδόχο της λήθης. Να
μεγαλώσουν και ν’ αγαπηθούν, μακριά σου, μακριά

μου, σε χέρια ξένα.





ΤΟ ΑΛΛΟΘΙ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ  (2007)







ΕΤΕΡΟΚΛΗΤΑ


Δεκατεσσάρων χρονών
το παιδί
με το ποδήλατο
σε μια βόλτα τελευταία
στην ακτή Δυμαίων
κλείσαμε στο νάρθηκα
το σπασμένο μας φτερό
μα το παιδί
δεν ανασαίνει πια
το τελευταίο του γέλιο
στην ακτή Δυμαίων


25/7/85




Κρίθηκε διατηρητέα η καρδιά μου
και δεν την κατεδάφισαν
Στερέωσαν τα μισάνοιχτα παράθυρα
κλείδωσαν την εξώπορτα
-προς αποφυγήν ατυχημάτων-
και βάψανε μ’ ανοιχτό
γαλάζιο χρώμα
τους τοίχους της
κρύβοντας επιμελώς
τις ρωγμές
με το πρώτο φύσημα
τ’ ανέμου
θα σωριαστώ
δίχως προειδοποίηση


27/9/86





Αντανακλώ
τις αμφίβολες
στιγμές
όταν ηττημένη
διανύω
σ’ εκατομμύρια έτη φωτός
την προκαθορισμένη μου
τροχιά μες στο εφήμερο


8/7/89




Ένα ανεπαίσθητο ουρλιαχτό πνιγμένο
στον απόηχο των αλλεπάλληλων
αναχωρήσεων
φεύγω
κρατώντας τιμαλφή τα δώρα τους
με μνήμη σε ήχους μελαγχολικούς
εναλλάσσω το βράδυ με τη νύχτα
ανέκαθεν ο πόνος
κι η χαρά
ήταν ποσά
αντιστρόφως ανάλογα


13/4/90




Μεσουρανώ
στη νύχτα μέσα
που πεθαίνει
διάτρητη από θύμησες
εγώ μεσουρανώ
-άστρο
που ξέφυγε
απ’ την τροχιά του
ψάχνοντας μες στο τίποτα
ένα κάτι να κρατηθεί
Μ’ άλλοθι τις φωνές
συνομιλώ μαζί σας
ανάβω τσιγάρο
ανάβω φως
σβήνω τη θλίψη
με το διακόπτη
της πιθανής χαράς
ευνουχίζομαι
πετώντας άχρηστο υλικό
στα πόδια σας
το φόβο
προσμένοντας αθόρυβα
τ’ απρόσμενο


16/5/90




Εναντιώνομαι
στη φυσική φθορά των αντοχών
όταν ανήθικη σκαρφαλώνω
στο νήμα της πόλης
και χλευάζοντας ισορροπώ
to στερνό μου
θέλω
η νύχτα είναι πάντοτε
ανώφελη
καπνίζει Lord
και δηλώνει
στους ανυποψίαστους
πρίγκιπας


10/7/90




Μια φορά λοιπόν
-χωρίς απαραίτητα κι έναν
καιρό-
μια φορά έτσι
δίχως ταίρι
δίχως άντρα
δίχως εραστή
μια φορά χειραφετημένη
κι ωραία
θα ‘ρθω
να σου μιλήσω
για τη ματαιότητα όλων
των παραμυθιών
σ’ όποια
γλώσσα
κι αν
έχουν γραφτεί
Είμαι η φορά
να ‘σαι ο καιρός μου;


22/8/90




Βρέχει συναίσθημα
Αυτή η πόλη
Περπατώ
Δε λογαριάζω
Απώλειες
Μόνο ελπίζω
Κι οι σταγόνες που
Παίζουν ανάμεσα
Στα δάχτυλα
Κάποτε ενώνονται...


Βιέννη 13/8/2002




Καταμετρώ όνειρα
ανέκδοτα κείμενα αισθημάτων
αθωράκιστα αγγίγματα
τώρα που
όλα ψιθυρίζουν
το ακατονόμαστο του
ψεύδους
κι ελίσσονται
σαν τ’ αερόστατο
στα σύννεφα
Χάρτης ανεδαφικός
παιχνίδι στον άνεμο
το μπλε που
ξόδεψα
Τώρα γνωρίζω
ότι τα όνειρα
έτσι πραγματώνονται
με νουθεσίες
στο εφήμερο


Πτήση 201 προς Παρίσι, 22/6/03




ΕΡΩΤΡΟΠΙΟ



Ίσως πληρώνω το τίμημα
κάποιου λάθους
την παγωνιά ενός Γενάρη
της εφηβείας μου
μα θα έχω
ένα παραμύθι από σένα
για τις νύχτες που θα ‘ρθουν
και στο υπόσχομαι
τ’ άγγιγμα της ψυχής σου
πιότερο να κρατήσω
ας δώσουμε μονάχα
ένα ραντεβού
το τελευταίο
στο blue corner
τη χρονιά που θα ‘χει
ξανά
δεκατρία ολόγιομα
φεγγάρια


15/7/85




Καταργούμε τα ταξίδια
στη ζωή
κηλιδώνουμε ό, τι καθάριο
γεννήθηκε κάτω από νοσταλγίες
μετουσιώνουμε τους πόθους
σε λυγμό
σαν
το κύκνειο άσμα που
προμηνύει την ήττα
Αν
το δικό σου μπουκάλι
ξέφευγε
στο πέλαγος
θα το ‘βρισκα


22/7/86



Παραμένεις
α-θέατη στην άλλη
όψη του φεγγαριού
έπειτα έρχεοαι
κι εναποθέτεις μια πληθώρα
από έναστρους οργασμούς
στο εφήμερο σώμα μου

16/6/89





Γράμμα απογευματινό
ανάρμοστο
μέσα στην
τελετουργία της λήθης
γεμάτο κομμάτια σου
από φιλιά
από ιδρώτα
από άρωμα
τώρα βουλιάζω
μέσα σου
αγκιστρώνομαι από
το βράδυ τούτο
της πρώτης επετείου
και πού να ‘σαι
θα γέμισε φεγγάρια απόψε
ο Σηκουάνας
και χάρτινα μικρά καράβια
μακριά είσαι μωρό μου
με γεύση από γαλλικά τσιγάρα
τη γεύση απ’ το σώμα μου ξεχνάς


14/5/90





Φεγγάρι Αυγούστου άφωνο
στο τελείωμα του καλοκαιριού
όταν το μελτέμι κατεβάζει ψύχρα
τις νύχτες
και μες στο σπίτι δεν μπαίνει
τίποτε άλλο εκτός από άνεμο...
Φεγγάρι Αυγούστου
Κλείνω τα βλέφαρα την ώρα που
χιλιάδες μάτια σε τραγουδούν
όχι, εκείνο που αγάπησα
δεν είσαι συ
δεν είναι παρά ένα λειψό,
ασήμαντο κομμάτι
που μάζευε τον ήλιο ολημερίς
για να μου φέγγει νύχτες
του χειμώνα...
Φεγγάρι Αυγούστου
τώρα
που ξαγρυπνώ για να σε δω
να περνάς
με το τελευταίο δρομολόγιο
της Κυριακής
και βουρκώνει το μπλε...
Μου χρωστάς
ένα φεγγάρι Αυγούστου
μέλλοντα...


25/8/91





Πάθος αναλλοίωτο
ταξίδι φθινοπωρινό
στην υγρή επιδερμίδα
Ο φόβος ίδιος
η αντοχή αναπόφευκτη
ως το τέλος
Μα έτσι πεισματικά
Δίνομαι
μ’ όποιο το κόστος
Και μην απορείς
πώς γέννησε
τόσο ιδρώτα
-μήνα Οκτώβρη-
το σώμα...


4/10/92





Το άγγιγμά σου απομυθοποιεί
όσα ο φόβος μού γνώρισε
ο έρωτάς σου μεθάει
ασυμβίβαστα όνειρα
το φιλί σου θυμίζει
τα ταξίδια που έμειναν
ξεχασμένα
σε χάρτες σκονισμένους
Κι αν σου μιλάω απλά
-όπως τα μεσημέρια
στα παιδιά του σχολείου-
είναι γιατί τα πιο μεγάλα
αισθήματα
έτσι με λόγια απλά
κι αγγίγματα δειλά
γεννήθηκαν


10/2/99



  
Αύγουστο μήνα
κίτρινο φύλλο
ταξιδεύει
στα νερά του Δούναβη
γράφω στις φλέβες του
το μήνυμά μου
με λέξεις συνθηματικές
κανείς δε θα καταλάβει
πως είναι για σένα
μονάχα τα παιδιά
θα χαμογελούν με νόημα...


Βουδαπέστη 8/8/2002




Αυτή θα είναι
η ανάμνηση από
μια σοφίτα
με το παράθυρο
ανοιχτό
για ν’ ακούς
μέσ’ απ’ το τηλέφωνο
τη βροχή τ’ Αυγούστου
να πέφτει
στην ίδια γειτονιά
που μεγάλωνε ο Μότσαρτ
ανυποψίαστος για το θαύμα
στην ίδια γειτονιά
που μεγαλώνει το θαύμα
μέσα μου
κι εσύ ανυποψίαστα
χιλιάδες χιλιόμετρα
μακριά
με περιμένεις


Βιέννη 13/8/2002




Κι έτσι απλά ευθυγράμμισες
το σώμα σου στο σώμα μου
Χωρίς καν να νουθετήσεις τη στιγμή
ήρθες κι άπλωσες παράλληλους
μεσημβρινούς
στο άθλιο προσκεφάλι μου
Πουθενά δεν πάω
ένας εξοστρακισμός
όλος κι όλος
κι εσύ αγέραστα
με κοιτάς να παραπαίω
ανάμεσα στην ασημαντότητα
των λέξεων
και το βαθύ κόκκινο
των στιγμών
Έλα
προστακτική ή ικεσία
η φωνή μου
έλα
ακούμπησέ με.
...αντί υστερόγραφου...




ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΜΟΒ ΙΣΤΟΡΙΑ


Κι είπα
θα ‘σαι το φως
στα πολικά μου
απογεύματα
θα ‘σαι η φωνή
στη σιγαλιά
μιας απρόσμενης
φυγής
Κι είπα
θα ‘σαι ο έρωτας
των αποδημητικών
η ζέστα του
καλοκαιριού
Κι είπε
μόλις ψυχράνει
ο καιρός
θα φύγω



  
Κι είπα
παραμένω λειψή
σαν τη σελήνη
προσμένοντας τις
στιγμές
της εναλλαγής
τότε θα φέγγω
ξανά
στη νύχτα σου
μ’ ακέραια
τα κομμάτια μου
Κι είπε
τι χωρίζει την απόρριψη
απ’ τη διάψευση




Κι είπα
η μουσική σου είναι
που κλέβει  αργά
μέσα στις νύχτες
την ψυχή μου
ξεχνώντας
να την επιστρέψει




Κι είπε
εναποθέτεις στα χέρια μου
το βάρος των νυχτερινών
αστερισμών
μια τυχαία επιστροφή
των μάταια
ερωτευμένων
που αυτοκτόνησαν
εναποθέτεις το βραδινό
γράμμα
κρυφά
κάτω απ’ την εξώπορτα
και φεύγεις
τι δε μαντεύεις πια
τι δεν ακούς




Κι είπα
ας φύγεις αθόρυβα
με το που αλλάζει
το φεγγάρι
έτσι παιδιάστικα
να θαρρώ
πως σε κλέψανε
οι νεράιδες του




Κι είπε
με ματώνουν οι οδυρμοί
των απατηλών ψυχών
στο ουράνιο στερέωμα
από πού να κρατηθώ
ποιος να μ’ ακουμπήσει
δίχως
μια χούφτα χώμα
να γινώ
μες στην παλάμη του
Κι είπα
δεν πεθαίνουν οι άγγελοι
μονάχα τα φτερά τους
δανείζουν
Κι είπε
λεηλατείς
την απροσάρμοστη
ελπίδα μου




Κι είπα
δεν αρκεί η άνοιξη
που σε γέννησε
ο πόνος δεν αρκεί
είναι που περιμένω
να μιλήσεις
μέσα μου
οι λέξεις σου να φτιάξουν
έναν κήπο
ανθισμένο
και μια θάλασσα
χωρίς ναυαγισμένους




Κι είπε
μιλάς με τα λόγια
της θάλασσας
που κλέβει
ένας άνεμος χωρίς
κατεύθυνση
κείνα τα λόγια που
μαθαίνουν
στο σκολειό
τα παιδιά
και στο δάσος
τα θλιμμένα
σπουργίτια




Κι είπα
μυστικοπαθής
ανέγγιχτα ερωτική
η άνοιξη τούτη
Κι είπε
φταίει το ερμαφρόδιτο
ενός άτολμου πόθου
Κι είπα
δίχως σώμα πώς
Κι είπε
αντιτάσσομαι όπως
χρόνια δεκάξι πριν
Κι είπα
φρουρούσες τότε
το μάταιο
κρυμμένο καλά
μην το κάψει
η ελπίδα
Κι είπε
στ’ όνομα της ελευθερίας
των νεκρών φόβων
στ’ όνομα της ελπίδας
σε χρήζω έρωτα
Κι είπα
πόσο φοβάται
ένας ονειροπόλος
πόσο τολμά
να γίνει μικρός
πρίγκιπας
ιππότης
εραστής
Κι είπα
ενδίδω, πάμφτωχη
με μόνη χλιδή
την ψυχή μου
Κι είπε
μου αρκεί
Κι είπα
θα ξαναρθείς
σ’ άλλη εποχή
με όνομα ξένο
μ’ άλλο χρώμα θα κοιτούν
τα μάτια σου
Κι είπε
δε θυμάμαι
διάτρητη η μνήμη
Κι είπα
άντεξα τόσο
να σε περιμένω
που όλα μπορώ
να τ’ αντέξω
Κι είπε
ας μιλήσω
για όσα με ορίζουν
θλίψη, ματαιότητα, φυγή
Κι είπα
αφήσου σαν τότε
θα θωπεύσω με σέβας
ό ,τι απολησμονείς
Κι είπε
θ’ αντέξεις;




Κι είπα
θα σου μάθω
το απόλυτο της αγάπης
που όλα τα μπορεί
όλα τα επιθυμεί
όλα τ’ αντ-έχει
Κι είπε
όχι άλλες λέξεις
στα σεντόνια μου πάνω
ίδια η άνοιξη
αφήνομαι
Κι είπα
οι πιο μεγάλες αλήθειες
ειπώθηκαν μες στη σιωπή
Κι είπε
μη ρωτάς
μη μιλάς
νιώσε
Και δεν είπα
χαμογέλασα




Κι είπε
θα φύγω αθόρυβα
τόσο που
θα νομίζεις πως
αέρας είναι
που έκλεισε
την πόρτα


Άνοιξη 1987 - Άνοιξη 2003