ΑΝΤΩΝΙΝΗ ΣΜΥΡΙΛΛΗ








ΒΛΕΠΩ ΑΚΟΜΑ ΠΑΙΔΙΚΑ  (2017)

 

Κλινική Περίπτωση


-Τι είναι αυτό στο κεφάλι σου;
Με ρώτησε ο γιατρός μου

-Είναι μαγικό
Όποτε έχω τις μαύρες μου
Εγώ συρρικνώνομαι
Και αυτό ψηλώνει

Κλείνομαι

-Παράξενο κορίτσι

-Με τρομάζει
Εκεί μέσα δεν ξημερώνει ποτέ
Δεν έχω κοντά κανέναν
Εγώ κι ο εαυτός μου

-Εγωιστικά παράλογο, είπε

Ο γιατρός μπήκε στο καπέλο του

Κι εγώ στο δικό μου



Εγώ και η Γάτα μου


Σήμερα είμαστε μελαγχολικές
Και άβαφες

Εγώ και η γάτα μου
Έχουμε μια παρά φύσιν σχέση
Μια διαστροφική επικοινωνία

Αρνούμαστε να συμβιβαστούμε
Να κανονικοποιηθούμε

Κουβαλούμε τη θλίψη μας
Και σα μαγνήτες
Τη θλίψη των άλλων

Σ’ έναν λαβύρινθο
Απομονωνόμαστε
Στις αναζητήσεις
Των σκέψεών μας

Μινώταυροι
Αδύνατο να βγούμε
Δεν υπάρχει Αριάδνη
Ούτε μίτος

Έτσι μόνο περιφερόμαστε
Μελαγχολικές
Και άβαφες



Halloween


Ζωγράφισα
Τον πίνακα της ζωής μου
Τόσο μίνιμαλ
Που στους άλλους
Φαίνομαι άνιμαλ

Εξαφάνισα τους ανθρώπους
Άφησα μόνο γάτες




Παιδική Χαρά


Θέλεις να παίξουμε:

-Έχω παρέα
Τις λέξεις μου

Δεν είναι αρκετές για να φτιάξουν
Μια ολόκληρη παιδική χαρά;



Overdose


Υπάρχουν λέξεις
που είναι υπερτιμημένες

Όπως η χαρά ή ο οργασμός

Ας πούμε


ΑΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΤΑ

ΑΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΤΑ  (2017)






Ένας ποιητικός διάλογος με haikou της Παναγιώτας Τσορού 

και του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου











Δίχως πυξίδα
δίχως κουπιά και χάρτη
με τον αγέρα.



Νιώθω στη σιωπή
δροσοσταλίδες λήθης,
ελευθερία.
🌹
          


Χωρίς ρυτίδες
αράγιστος καθρέπτης,
νερό κι αλάτι.



Φλογερός χορός
αρχέγονα κουμπώνουν
ψυχές και κορμιά.
🌹
     
    

Νεύματα νότες,
τα λόγια περιττεύουν
στ' αρχαίο τάγκο.



Μάτια κοχύλια
γοργόνα ξαπλωμένη
στο φεγγαράκι.



Στο σεληνόφως
καράβια διαφεντεύει,
πάντα τα ρωτά.
🌹
          


Πολύ το λίγο,
χρυσάφι οι στιγμές σου.
Μην τις σκορπίσεις.



Μικρές διαδρομές
σε ατραπούς αγάπης.
Μεγάλη η ζωή.
🌹
          


Με πέντε νότες
αλήτισσα βροχούλα
με ξαγρυπνούσε.



Στη γη κυλάει,
καρπίζει το κορμί της.
Ιδού το θαύμα!
🌹
           


Σκιές στον τοίχο
και στα μαλλιά σου παίζουν,
μα ξημερώνει.



Χρυσή λιμνούλα
στο βυθό καθρεφτίζει
την ανατολή.
🌹
          


Χαρά και λύπη
στο ίδιο κέρμα όψεις
στριφογυρίζουν.



Μοιάζει ο έρως
με αρένα μαχητών.
Νικάς νικιέσαι...
🌹
          


Στα μπλε της μάτια
οι θάλασσες του κόσμου
κι ανεμοβρόχι.



Ανταριασμένη
στις δίνες αγκαλιάζει
παλιά ναυάγια.
🌹
           


Ήττα η νίκη
ανέντιμο παιχνίδι
προσχεδιασμένο.
🌹
          


Χάσεις κερδίσεις,
δικαίωση σου μόνη,
όρθια να' σαι.



Η μοναξιά μου
ασέληνη πορεία
κι εσύ τ' αστέρια.
🌹
           


Άσε να φέξουν
να λαμπαδιάσουν όλα
τα μονοπάτια.



Αίμα πορφύρα
κοχλάζει στις ανάσες
έπαρση σάρκας.
🌹
           


Γήινη η κάμπια.
Βγάζει φτερά και ξάφνου,
η χρυσαλίδα.



Χίλιες φτερούγες
στον άνεμο απλώνουν
τα όνειρά σου.



Σκόρπια τα λόγια
χάνονται στον άνεμο.
Προτιμώ πράξεις.
🌹
          


Πανιά στον ήλιο
να φεύγει η ματιά μας
να ξημερώνει.



Βαλς ερωτικό,
θάλασσα και αγέρας
αργά χορεύουν.
🌹
           


Μαύρο κι αν είναι
την Άνοιξη σου φέρνει
το χελιδόνι.



Φεύγουν τα πουλιά...
Μα κοίτα, Άνοιξη είναι
θα έρθουν πάλι.
🌹
          


Σε ντύνω στίχους
μικρές λεξούλες-ήχους
και βόλτα βγαίνεις.



Στιχάκια πλέκω
κι όπου πηγαίνω βλέπω
με νέα μάτια.
🌹
           


Χείλια-λουλού δ ια
η άνοιξη περνούσε
με ροζ φουστάνι.



Με γυμνό φιλί
δίνει νέκταρ ο κρίνος
στην πεταλούδα.
🌹
           


Πιάσε το νήμα.
Η έξοδος κοντά σου
αν το θελήσεις.



Μίτος της ψυχής
οδηγεί στα βάθη της.
Ταξίδεψε την.
🌹
          


Μισό φεγγάρι
κυρτό δρεπάνι πες μου,
ποιον απειλούσες.



Στην άλλη όψη
δάκρυσε η σελήνη
από νοσταλγία.
🌹
          


Ποιο όνειρό σου
στα μάτια ξεχασμένο
σε ταξιδεύει;



Αγάπη κρυφή,
σταγόνα που κύλησε
σε άνυδρη γη.
🌹
           


Ξύλινα λόγια.
Σκληρά τα πρόσωπά τους,
μα δεν ακούω.



Δεν τα βυθίζει
παροπλισμένα πλοία
η τρικυμία.
🌹
          


Λύκοι τριγύρω
με τις προβιές στους ώμους
ψευτοβελάζουν.



Κόκκινη σκούφια
στο δάσος αμέριμνη.
Ουδείς αθώος...
🌹
          


Πνευστά τ' ανέμου
χορδές που σου θυμίζουν
παλιές πατρίδες.



Ξεπηδά στη γη
νέα ζωή ριζώνει,
ελπιδοφόρα.
🌹
          


Μέσα στο χρόνο
μόνη η αλήθεια λάμπει
χωρίς φτιασίδια.
🌹
          


Άρρωστη πόλη
μες στους καπνούς κοιμάται
και τα σκουπίδια.



Μου χάρισες φως
απ' το βυθό των ματιών
κι είδα ουρανούς.
🌹
          


Μέσα σου βλέπω
ν αντιπαλεύουν πάντα
φως και σκοτάδι.



Λάμπουν στη λάσπη
αμύθητα πετράδια,
όσα δεν είπες.



Πέτρα στο λαιμό
το όμορφό σου ψέμα.
Σωστά σωπαίνεις...
🌹
           


Κέρματα σκόρπια
δε φτάνουν ν αγοράσεις
ύπνο γαλήνιο.



Άδικος πλούτος
τον ύπνο σου αρπάζουν
οι Ερινύες.
🌹
          


Νερό κι ασήμι
το ψάρι που γλιστρούσε
στ άσπρα χαλίκια.



Σκληρό τ' αγκίστρι
μα ξεγλιστρά γελώντας
μες στο γαλάζιο.
🌹
          


Φύκια κοράλλια,
αθέατοι οι κήποι
του Ποσειδώνα.



Δρόμοι μεταξιού,
πλάνη της Κίρκης λόγια.
Προσπέρασέ την.
🌹
          


Σπηλιές και θόλοι
κι ο ήχος των κουπιών μας
πριν ανατείλει.



Λέμβος τ' ονείρου
προορισμός η γνώση,
ο μόνος πλούτος.
🌹
           


Βροχή ποτάμι
και τα πουλιά κουρνιάζουν
αγκαλιασμένα.



Ζεστή η αγκαλιά.
Ρίζα και καρπός της η
αφοσίωση.
🌹
           


Σκοτεινή μέρα.
Της έκλεψαν τον ήλιο
τα ψέματά σου.
🌹
          


Ψέμα δεν είναι
η μέσα σου αλήθεια
που 'χεις κρυμμένη.


Εξαίσια ώρα
σαν αντικρύζεις μόνη
τους θησαυρούς σου.


Βουβές οι ώρες
και παγωνιά στις νύχτες
της μοναξιάς μου.
🌹
          


Ζωή στη λάσπη
σαν τα πουλιά γυρίζουν
πρόσφυγες τόσοι.



Ξένο το χώμα
στις ρίζες νόστος κι αίμα
παλιών πατρίδων.
🌹
          


Χορός στην άμμο
λεβέντικο συρτάκι.
Ελλάδα γλέντα!



Αρχαίες πέτρες
νικούν με φως και γνώση
τους κατακτητές.
🌹
          


Ψίχουλα ψάχνει
ο σπουργίτης την αυγή.
Απελπισία...
🌹
          


Δυο μέτρα σύρμα
αρκούν να ξαποστάσουν
τα χελιδόνια.



Προβάρει μάσκες
ο χρόνος στον καθρέφτη
και σε τρομάζει.



Το μόνο κάλλος
στη θύελλα του χρόνου
η καλοσύνη.
🌹
          


Χρυσό το στάχυ.
Σπέρνεις, μοχθείς, θερίζεις
ψωμί της ζωής.
🌹
          


Πάνω στην πέτρα
ψωμί κρασί μοιράζεις
σαν σώμα κι αίμα.



Δουλειά δουλεία
ισόβιος αγώνας,
μικρό μυρμήγκι.



Διαρκής αργία.
Τζιτζίκι αγναντεύει
αργά το τέλος.
🌹
          


Σκάει το κύμα
με τον καιρό σμιλεύει
γλυπτό στον βράχο.
🌹



Πώς ιστορούσε
της θάλασσας τον πόθο
με τόση αγάπη!



Ξερό το φύλλο
κι όμως χορεύει ακόμα
και καμαρώνει.



Με πείσμα αντέχεις
τρελή ροδιά γελώντας
στο ξεροβόρι.
🌹
          


Παίζουν ξαπλώνουν
στις στέγες συννεφάκια,
μικρά κοπάδια.



Χαρά και γέλιο,
κολόνες του σπιτιού μας
κι ας συννεφιάζει.
🌹
          


Καις τα φτερά σου.
Το φως πώς ν' αγκαλιάσεις
πυγολαμπίδα;
🌹
          


Σωστό και λάθος
χαρά και λύπη πάντα
μαζί βαδίζουν.



Κίτρινα φύλλα
στον άνεμο, στον χρόνο
φωτογραφίες.



Αγκάθι κάκτου
με μια σταγόνα αγάπη,
στο φως ανθίζει.
🌹
          


Ήτανε πάντα
γυμνός ο βασιλιάς μας
μέσα στα πλούτη.



Μέσα στη φύση
αγνός σαν πρώτα νιώσε,
δίχως στολίδια.
🌹
           


Ακινητούσαν
τα πράσινα νερά του
κι οι μέσα δίνες.



Δώσε το χώρο
στην αλλαγή να διώξει
σκιές και πόνο.
🌹
         


Σ αυτό τον ποιητικό διάλογο τα ποιήματα της Παναγιώτας Τσορού φέρουν το διακριτικό 🌹 







ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΒΑΤΑ










ΣΚΥΛΙ ΔΕΜΕΝΟ  (2017)


ΝΗΠΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ


Οι λέξεις μου
όταν σε συναντώ,
μικρά παιδιά.
Πισωπατούν, δειλιάζουν.
Κρύβονται πίσω απ’ τη φούστα μου.

Και όταν γυρνάμε σπίτι μας,
λιγάκι πριν τον ύπνο
μονάχα τότε αναθαρρούν
κι αρθρώνουνε λαλίστατες
τα χρώματα,
τις εποχές,
την πρέπουσα τη σύνταξη
παιχνίδια
και τραγούδια.

Και εγώ πάντα τις μαλώνω τρυφερά
«Κάθε φορά τα ίδια».



ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ


Οι ώριμες γυναίκες
όταν εκκλησιάζονται
κάνοντας το σημείο του σταυρού
αγγίζουν τις πάσχουσες περιοχές.
Την άνοιξη
τις νιώθουν να φλεγμαίνουν.

Αιώνες τώρα
τα συμπτώματα επιμένουν στα ίδια σημεία



ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΩΝ ΞΩΜΑΧΩΝ


Έκοψε μια φέτα
με τον τρόπο των ξωμάχων.
Με το ψωμί να ακουμπάει στο στήθος.
Την έσπασε σε κομμάτια και μοίρασε.
Μια για τα δαρμένα παιδιά
μια για τις παλιές αγάπες
μια για τα ανεκπλήρωτα όνειρα
μια για σένα
του τα υπήρξες όλα.
Ξεφέλωσε και το κρασί.
Λάβετε βρώσιν και πόσιν, λοιπόν.

Οι αδέσποτοι σκύλοι
έγλυψαν τις μουσούδες τους.



ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ


Κάποιος πρέπει να γράψει
για τις νοικοκυρές,
αυτές που στέκονται στο νεροχύτη το πρωί
να κάνουν τον καφέ τους.
Σ’ αυτά τα ελάχιστα λεπτά που χαμηλώνουν τη φωτιά,
ισιώνουν
για να κοιτάξουν πέρα απ’ το παράθυρο.
Μαρμαρωμένες,
όρθιες.
Καπετάνισσες
στο άλογο του χρόνου.
Ώσπου αναστατώνονται, κλείνουν εν τάχει τη φωτιά
και βίαια επανέρχονται
στη φύση τους.

Κάποιος πρέπει να γράψει και για τις νοικοκυρές.
Ναι, αυτές
με τη φωλιά στα αχτένιστα μαλλιά τους.



ΕΙΔΟΣ ΑΠΟΙΚΙΑΚΟ


Δεν πρέπει να ’μαι απ’ εδώ.
Ψάρι πάνω στην ξέρα.

Μες στης γιορτής τον συρφετό
τον άχαρο εσμό της,
τον βόμβο,
το αλύχτισμα,
την κάτισχνη χαρά τους
εγώ,
ένας αντάμωτος
παραπανίσιος ξένος.

Όμως,
μιλώ με ποιητές,
ιδρώνω με εικόνες.
Χορεύω
μόνο ακίνητος.
Σαστίζω με τους στίχους.

Μάλλον
θα ’μαι ηλίανθος.
Στρέφω μόνο στον ήλιο.









ΓΙΟΥΛΗ ΚΟΥΓΙΑ









ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ   (1995)



          τ’ άνθη πεθαίνουν
          το φθινόπωρο


ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Κατάστρωμα επιστροφής
Σε φωτεινή νυχτερινή πορεία
Η θάλασσα
ονειρεύεται
Τους ήρωες
που ζουν στ’ αστέρια
Από τη γωνιά μου
ταξιδεύω
Σε αγαπημένα παραμύθια

Στον απέραντο χρόνο
δική μου
μόνο μια νύχτα
Η διαδρομή
Από τις πόρνες διακοπές
προς την αγία κάθε μέρα

Διάλειμμα φωτεινό
μοναχικό
Πολύτιμη ανάσα
που ξεκλέβω με το αίμα μου
Απ’ όλα που οργανώθηκαν
αιώνια να με ληστεύουν



ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ Σ’ ΕΝΑ ΥΠΟΓΕΙΟ


Την κέρδισες
Με όλο τον κόπο
Αλλά δε θέλεις φαίνεται
να την χαρείς

Την τύλιξες
τη γκρίζα σου ματιά
Και την κυκλοφορείς
Μετρώντας έκπληκτα βλέμματα

Χαμογελά ο σαρκασμός
Στο σχόλιο
που κάθε τόσο καταφέρνεις
Προσπαθώντας την να μαραθεί

Και ο θαυμασμός
-στ’ απύθμενα σκοτάδια σου -
δακρύζει
Πώς καταδίκασες την ομορφιά
θυσία στη μικροψυχία



ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΗΡΘΕ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ


Γιορτάζει η μοναξιά
τα είκοσι οκτώ της χρόνια
Ματωμένη

Είχε διαλέξει η ζωή
το ακριβότερο δώρο
Μια καινούργια ζωή
Που δε χώρεσε
στο νεκρό της κόσμο




          αυτός ο χειμώνας
          τι κυοφορεί



ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΜΑΙΟ


Με το φό6ο του καλοκαιριού
Που θα είναι ίδιο
με το περσινό και το επόμενο

Με την ελπίδα
να είναι οι αφορμές
Για μια σπίθα φωτεινή μέσα στο χαμόγελο
Για μια σταγόνα διάφανη μέσα στο βλέμμα

Με τη γνώση

Ότι γίνονται οι σπίθες
φλόγες και ολοκαυτώματα
Και αφού κατακαούμε
Από την αρχή μαζεύοντας
τις στάχτες
Τα χέρια της καρδιάς
θα πλάσουν τη μορφή

Ότι γίνονται οι σταγόνες
δάκρυα και λυγμοί
Και όταν διαλυθούμε
Με υπομονή διαλέγοντας
πρωτογενείς ουσίες
Θα γεννηθούμε
μέσα στη δική μας μήτρα



ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


Νυχτέρι καλοκαιρινό
Με ανταμώνεις στην αυλή

Να παίζω στο ποτήρι μου
το τίποτα
Ν’ αγγίζω πάτο
στον άναστρο ουρανό

Τώρα οι Κυριακές
βουτούν γυμνές στη θάλασσα
Μετριούνται τ’ άστρα
οι νύχτες
Το αγκάλιασμα
μυρίζει τριαντάφυλλο




          στην άνοιξη σου
          από την αρχή θα γεννηθείς
           



ΟΡΦΑΝΟΣ ΟΚΤΩΒΡΗΣ


Σκοτεινιάζουν νωρίς
οι δρόμοι τμς Κυψέλης
Και είναι ακόμα καλοκαίρι

Παίζει
αργόσυρτη η σκιά ύου
με τα φώτα του δρόμου
Κάποτε
σέρνεται εμπρός
Στις διαστάσεις της
γυρεύω
τον καινούργιο μου εαυτό

Με τον παλιό ξεμπέρδεψα
Νομίζω
Ο καινούργιος όμως
ο καινούργιος πού είναι



ΔΟΚΙΜΑΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙΑ


Νωχελικές ημέρες
Διατακτικά βήματα
κατηφορίζουν την πλατεία
Βαραίνει επάνω τους
η επιθυμία της βροχής
Να δοθεί στο αγαπημένο χώμα

Μια ανήμπορη άρνηση
Με καθηλώνει
απέναντι στο τίποτα

Μόνο να χαζεύω
τον ουράνιο θόλο
Που χαμηλώνει
Να καθρεφτιστεί
στη βιτρίνα της καρδιάς μου



ΕΡΤΖΙΑΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ


Η Κυριακή παγωμένη, μελαγχολική
Ούτε να κλάψει τα κατάφερνε
Ούτε να χαριστεί στον ήλιο

Οι αφορμές για μουσική
- νωχελικές τα μεσημέρια -
ασφυκτιούσαν σήμερα
στο βουβό λυγμό του ουρανού

Βυθιζόμουν
Με τους φίλους συντροφιά
Σε τραγούδια που χαμογελούσαν θλίψη

Αργότερα
ο ήλιος κέρδισε το παραθύρι μου
Οι μύθοι μου τραγούδησαν
κοράλλια και μαργαριτάρια
Από τους βυθούς της μουσικής

Ακροατές διαμαρτυρήθηκαν
Με τον ουρανό τους μάλλον
αιχμάλωτο της συννεφιάς ακόμα

Πώς περιπαίζω αδιάντροπα
την τόσο λυπημένη μέρα


         

ΦΩΣ ΕΑΡΙΝΟ



Υψωθήκαμε
Ασάλευτοι
Μέσα στην απόλυτη ένωση

Το όνειρο σχηματιζόταν
σε καινούργιες διαστάσεις κάθε τόσο

Μεταμορφώνονταν τα μάτια του
Στο πρόσωπό του καθρεφτίστηκαν
ήρωες των παραμυθιών

Χόρεψε τανγκό
Με σύννεφα πάλλευκα
Στα σαλόνια τ’ ουρανού

Και ήρθε κουρασμένο
Έγειρε στις χούφτες μου
Να κοιμηθεί

Πήρε στα χέρια το μολύβι
Έγινε στίχος στ’ όνειρό του
Πήρες την κιθάρα σου αγκαλιά
Να κεντήσεις μουσικές
Να ξυπνήσει τραγούδι




          οι ομίχλες δε ζουν
          το καλοκαίρι


ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΜΑΙΟΣ


Η μέρα δακρυσμένη
από βροχή ανοιξιάτικη
Η νύχτα μεθυσμένη
από σκιές και οινόπνευμα

Γιορτάζεις σήμερα
Τριάντα χρόνια δάκρυα και χαμόγελα
Γιορτάζεις απόψε
Τριάντα χρόνια όνειρα και ξενύχτια

Δεν το λες σε κανέναν
Δε σβήνεις στην τούρτα κεριά
Σκηνές σε λησμοσύνη
από ψεύτη θρήνο παιδικό

Αναπολείς τις υποσχέσεις
«μεγάλη σαν γίνεις ωραία και σοφή
όλες του κόσμου οι ευτυχίες
θα ’ναι δικές σου απ’ τη ζωή»

Μα δεν ήθελες να μάθεις
αν υπάρχουν παραμύθια
που δεν άντεξαν
του ανθρώπου την αλήθεια

Μεγαλώνεις μονάχη
Ούτε στης όψης σου την ομορφιά
ούτε στου νου σου τη σοφία
μπόρεσε η καρδιά να γαληνέψει

Ο πάγος λιώνει στο ποτήρι
μες στις χούφτες
Οι ήχοι έχουν χάσει πια τη μουσική
Ένα τσιγάρο ακόμα
Να κρατήσει στην ομίχλη χου
τα όνειρά σου

Τώρα ξέρεις
Πόσος κόπος
για να φτιάξεις ευτυχία
Να ζυμώσεις με χα χέρια
την αγάπη
Τον ιδρώτα της καρδιάς
να την ποτίσεις


ΝΥΧΤΙΕΣ ΕΜΜΟΝΕΣ


Στο μπαλκόνι του Μάη
Η συντροφιά μας
χαζεύει φλούδα φεγγαριού

Και λες
Ρωτώ όλο δύσκολα

Μα δεν μπορώ
τα δύσκολα ν’ αρνιέμαι
Με ξέρουν εκείνα
Θέλω κι εγώ να τα γνωρίσω

Και λες
Οι ερωτήσεις μου δε σου αρέσουν

Μα φοβάμαι
ότι είναι που πονούν οι απαντήσεις

Αλλά πώς να σου το πω
Έμαθα ν’ αγαπιέμαι με τον πόνο
Είναι η λύτρωση
Που γύρευα
σ’ εφηβικούς μου στίχους



ΑΝΕΤΟΙΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ


Η πτήση των διακοπών
Στην πιο μακρινή ακτή
που αντέχουν τα φτερά μου

Μα φτάνουν ως εκεί
τα δελτία των ειδήσεων
Της γαλήνης βιασμός
Ότι κάθε Αύγουστο
η Ελλάδα πυρπολείται

Προσπαθώντας φυγή στη φυγή
μ’ ένα μπουκάλι οινόπνευμα αγκαλιά
των διακοπών το αγόρι από το χέρι

Μετρά τις διαστάσεις μας
η υγρή αμμουδιά
Ο νους χορεύει
στο ρυθμό των κυμάτων
Αριθμούν τα μάτια μας
τ’ αμέτρητα άστρα
Η καρδιά
διανύει τα μίλια τ’ ουρανού
Να διαλυθούμε
στο νεφέλωμα του γαλαξία

Αλλά φεύγει μόνη της η νύχτα
Μια πιθαμή δεν υψωθήκαμε
Το χρυσάφι της χάνεται
Κι εμείς στην άμμο καρφωμένοι

Μας προφταίνει η ανατολή
Ματωμένη
Από πληγές
που λέγαμε πως έχουν κλείσει


ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ


Στις διαδρομές μιας εκδρομής
Στις γειτονιές της Παραλίας
Σε πήρα από το χέρι

Έπαψε το βήμα σου να βιάζεται
Τα μάτια σου υψώθηκαν
χαμογελώντας
στον ορίζοντα

Στο πλήρωμα του χρόνου
Στις λεωφόρους της Πόλης
Σ’ έχασα μέσα στο πλήθος

Έσφιξα στο χέρι το μολύβι
Ψηλαφούσε σχήματα
να με ακούσει το χαρτί

Τρεις λέξεις δάκρυα
γίναν ο τίτλος στο διήγημα

Και εγώ που έχω πάντοτε
την τελευταία κίνηση
Έκλεισα μέσα στο συρτάρι
το καλοκαιράκι μας




          η πέμπτη εποχή
          ακούει στ’ όνομα σου


ΓΙΝΟΥ ΕΤΟΙΜΗ


Σκοτεινές γωνίες
χαλαρώνω
που με σμίλεψαν
Ο πόνος
μαλακώνει
το υλικό που είμαι
Να το αφήσω αζύμωτο
στα χέρια της ζωής

Θανατηφόρες ιδέες
ξεριζώνω
που μου φύτεψαν
Το αλέτρι των παραμυθιών
οργώνει τα εδάφη μου
Τα ζεσταίνει
το λιοπύρι των ονείρων
Δε θα σπείρω τίποτα
Πόθησα μόνο να ελευθερωθώ



ΩΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΑΙΤΙΑ


Δέξου
το κάλεσμα του ονείρου
Μη φοβάσαι να υψωθείς

Να, φέγγει
το αρχαίο παραμύθι
Θα οδηγήσεις
μονοπάτια γνώριμα
Με όλη την αγάπη





ΜΕ ΓΕΜΑΤΗ ΦΑΡΕΤΡΑ  (1994)



      Στιγμές


Φεύγεις πάλι
Μα μένει η μυρωδιά σου
στα σεντόνια μου

Γυρίζω βιαστικά
στην αγκαλιά τους
Κλείνω τα μάτια
Σε θυμάμαι απ' την αρχή

Είσαι εδώ
Σε βλέπω, σε μυρίζω
Το χέρι μόνο δεν απλώνω
Στην αφή, φοβάμαι, δεν υπάρχεις

Το αγαπημένο κορμί σου έφυγε
Μένει η γλυκιά σου απουσία

          *  *

Ήταν η μέρα μου ομίχλη
Η καρδιά μου μεθυσμένη γκρίζο
Έλαμπες στ απέναντι του δρόμου
Διέσχισα να φτάσω πλάι σου
ν' αντλήσω φως από τα μάτια σου
Ως που τα βλέφαρα έγειραν
το φιλί σου να χαρώ

           *  *

Τα μάτια μου αφήνουν την οθόνη
ν' αντικρύσουν την Ακρόπολη
τυλιγμένη καταχνιά
Ξεφεύγει η σκέψη μου απ' τη δουλειά
να φτάσει την εικόνα σου
να σου χαμογελάσει
Τα δάχτυλά μου δραπετεύουν
από το πληκτρολόγιο
Καλούν τον αριθμό σου
Γλυκός με φτάνει ο ήχος σου

          *  *

Το λουλούδι που μου χάρισες
απαίτησε τη φωτεινότερη γωνιά
Να μαζεύει όλο το φως
που αφήνουν να φτάσει ως εδώ
τα τείχη της πόλης
Χαμογελούν απ' το γλαστράκι
πράσινα φύλλα της ζωής

          *  *

Σαββάτου πρωί νωχελικό
Θα μας ξυπνήσουν
τα πουλιά που φυλακίσαμε
στα μπαλκόνια της Κυψέλης
Το παράθυρο δε θα βιαστεί
ν' ανοίξει στην ημέρα
Ούτε ο καφές θα βιάζεται
Θα βάλεις το ραδιόφωνο
Να παίξουν τα Κακά Παιδιά
Να παίξουμε μαζί τους

          *  *

Δε με κοίμισες στην αγκαλιά σου
αυτή τη νύχτα
Κι η μέρα μου άργησε
Ως να φτάσεις
Να μου τηλεφωνήσεις
τη γλυκιά σου καλημέρα

          *  *

Κοιτάς στα μάτια την ψυχή μου
Ρωτάς να μάθεις τι πονά
Τι ναι που με τρομάζει
Κι αν με συντρίβει τι
Τίποτα πια
Είσαι εδώ και νοιάζεσαι

         

      Ομοιώματα


Φοβήθηκες
στην ομορφιά το θαυμασμό
Της χάρισες το φθόνο σου
Και δεν την κέρδισες ποτέ

Φοβήθηκες
στην αγάπη τη θυσία
Προσπαθούσες πάντα να την ξεγελάς
Και μη ρωτάς ποιος να σ' αγάπησε

Μονάχα τον οίκτο καλοδέχτηκες
Βρήκες αφορμή να συμπαθήσεις
Είπες τάχα πως αγάπησες
Και μη μου πεις ότι σε πρόδωσαν

Μάταια ψάχνεις τώρα
φωτεινές στιγμές στο παρελθόν σου

Ανύπαρκτη η αλήθεια της ζωής
στων αξιών τα ομοιώματα

          *  *

Στ' αλήθεια είναι γελοίο
Και μονάχα θα φθαρούμε
σε μια τέτοια προσπάθεια

Έχεις αρχίσει να γερνάς
παρά το άνθος της ηλικίας σου
Κι η θλιβερή καρδιά σου
έχει αρχίσει να μαραίνεται

          *  *

Κουράστηκες
Ψάχνεις για την καρδούλα σου λιμάνι
Αλλά δεν τόλμησες
να κολυμπήσεις στ' ανοιχτά
Να καθαρίσεις την ψυχή σου και το νου
απ' της στυφής ζωής σου τ’ άπλυτα

Με διάλεξες λιμάνι σου
Το πώς δεν το κατάλαβα
Κι ούτε που ήθελες
στο κύμα μου να ταξιδέψεις
Μόνο να γίνεις φράγμα
Άλλα μηνύματα σε μένα να μη φτάνουν
Να λιμνάζουν τα νερά μου

Σαν σιγουρεύτηκες
που μόνο εσένα έβλεπα κι άκουγα
Είπες να γείρεις να ξεκουραστείς
Και λευτερώθηκε η σκέψη μου
Για να γεμίσει αμέσως πανικό

Σαν είδα
πόσο είχε η καρδιά μου σκοτεινιάσει
Σαν άκουσα
στις φλέβες μου μιζέρια να κυλά

          *  *

Όχι, δε θα παραμυθιαστώ
πως έτσι μονάχα μπορείς να μ' αγαπάς
Δεν ξέρω πότε κι αν σ' αγάπησα
Κι ούτε έχω χρόνο τώρα να ρωτιέμαι

Βάζω φωτιά στη δυστυχία μου
Στην έκρηξή της γίνομαι κομμάτια
Ερείπια το φράγμα σου
Κι εσύ νεκρός από τα ίδια σου τα έργα

Η θάλασσα η ζωή με φτάνει πάλι
Δεν αντέχω τις πληγές μου
στην αλμύρα της
Σφίγγω τα δόντια
Κολυμπώ
ως του ποταμού την εκβολή

Θα πλυθώ στο τρυφερό νερό του
Θα βρω στις όχθες του τα βότανα
Κι απ' τους βυθούς σου
αύριο
θα βλέπεις ν' αρμενίζω



      Πρόσωπα

 

Πήρα το δάκρυ σου να πιω
Να μη γευτείς πικρό ποτήρι

Πήρα απ' τα χείλη σου τον πόνο
Να ζωγραφίσω γέλιο πορφυρό

Το γκρίζο πήρα από τα μάτια σου
Το φως της μέρας να χαρείς

Το βάρος πήρα του κορμιού σου
Κι υψώθηκες στο υπέροχο ανάστημά σου

Αλάφρωσα την καρδιά σου από το θάνατο
Το σκίρτημά της να ναι μόνο για ζωή

Μέτρησες με το βλέμμα σου το άπειρο
Διάλεξες άστρο μακρινό
Πήρες το δρόμο του να φτάσεις

Κι όσο τα υγρά μου μάτια άντεχαν
αντίο δεν έστρεψες να πεις

          *  *

Σε περιμένω
Και το σπίτι μπουμπούκι
έτοιμο κάθε στιγμή ν' ανοίξει
Αλλά μονάχα όταν φτάσεις

Στ’ άνθισμά του
χρώματα φωτιάς
ευωδιά μεθυστική
Σε γλυκιά λιποθυμιά
να μας τυλίξει

          *  *

Το πρόσωπό σου ήλιος πρωινός
Τραγούδι της βροχής ο στεναγμός σου
Μετάξι τα φιλιά σου να με ντύσεις

Χαρά μου η λαχτάρα σου
Ο πόθος αγωνία

Ως τα κορμιά
να μας ελευθερώσουν

Ως οι καρδιές
σ' απέραντη αγκαλιά γαλήνης
σε γνώση ευτυχίας
Όπου ο λόγος περισσεύει

Τα πιο μύχια
θα ειπωθούν χωρίς μιλιά

Στις σιωπές θα σε γνωρίσω
Στα γερτά ματόφυλλα
Στα μισάνοιχτα χείλη



      Διαδρομές


Στους δρόμους της νιότης
αναζητούν της ζωής τη φλόγα
Αλλά γεννήθηκαν
σε μονοπάτι ιστορικό
Φωτιές θανάτου ν' ανταμώνουν

Κεντά η καρδιά τους
μ' όλη την τόλμη
στης ζωής τον καμβά
λουλούδι κόκκινο, τον έρωτα
Κι η μοίρα το φόντο κεντά
των καιρών το σκοτάδι

Η αγάπη τραγούδι
Διασχίζει του πολέμου τη φοβέρα
Συντροφεύει τις ανακωχές
Το φως της μικρό
Κλεμμένο λες
από μακρινό αστέρι ετοιμοθάνατο

Χλωμά τα κορίτσια
Τ' αγόρια σκοτεινά
Κι οι μεγάλοι, μην ξέροντας
σκιάς τραγικές φιγούρες

          *  *

Ο έρωτας σήμερα, πάντα
Ο έρωτας εδώ, παντού
Συντροφιά τον απέραντο πόθο

Το αγόρι ξαφνικά τρυφερό
Μαλακώνει στο λόγο του
των ματιών η σκληράδα

Το κορίτσι διάφανο
Όπου σταθεί ομορφιά
Όπου αγγίξει φως

          *  *

Κι έρχονται οι όρκοι
Οι μεγάλοι όρκοι, οι παντοτινοί
Τον πόθο να γλυκάνουν

Ο άντρας δυνατός
στην καρδιά της φωτιάς
Στο βυθό του ιλίγγου μόνος

Η γυναίκα απόρθητη
Κι όταν ζητά τα θρύμματά της
Κι απ' το λαβύρινθο έξοδο

Ο έρωτας πάντα, παντού
Συντροφιά τον απέραντο πόνο
της αγάπης που δεν αντέξαμε

Φοβηθήκαμε
τον έρωτα που κυβερνάει
Την αλήθεια του προδώσαμε

Να επιστρέφουμε στο τίποτα
που μπορούμε να ορίζουμε

          *  *

Θέσαμε την ομορφιά σε δοκιμασίες
τάχα τη θλίψη να διαλύσει
Κι εκείνη θρυμματίστηκε
εκεί ακριβώς όπου είχε υψωθεί

Τα θρύμματα αρνηθήκαμε
Δε σκύψαμε
να πάρουμε κάτι
Κάτι να κρατήσουμε
συντροφιά μας στο αύριο

          *  *

Εκεί που δε μπορείς
πίσω να γυρίσεις
Θα βρουν τα βήματά σου
μονοπάτι χλωμό

Άφησε το
ως τον έρημο γιαλό να σε φτάσει
Άσε να σμίξει η μοναξιά σου
Με της θάλασσας τη μοναξιά
Μ όλες τις μοναξιές του κόσμου

Πλύνε στην αλμύρα της τα πόδια σου
Πλύνε την καρδιά στο γαλανό της

Στον ερχομό της νύχτας
μη φύγεις βιαστικά
Μείνε να τη γνωρίσεις
Βυθίσου στα σκοτάδια της

Περίμενε το χάραμα
χωρίς ανυπομονησία

          *  *

Χαίρου το ξάφνιασμα
Στ' αντίκρισμα καινούργιου δρόμου
που θα σε βρει με την αυγή

Μα στάσου τον ήλιο ν' απολαύσεις
Ως να σταθεί ολόκληρος
πάνω στο άπειρο του ωκεανού
Τραγούδησε του μια μεγάλη καλημέρα

Και τώρα, μη βιαστείς
Αργά, βάλε το βήμα σου
στο δρόμο τον καινούργιο

Άσε τη γη το βάρος σου να συνηθίσει
Δώσε της να παίξει τη σκιά σου

Δες, αλλιώς την πλάθει τη σκιά σου
αυτός ο δρόμος
Είν’ η σκιά σου διαφορετική
κάτω απ' αυτό τον ήλιο
Είναι σήμερα η σκιά σου διαφορετική